Η δήλωση του Ευρωπαίου Επιτρόπου Άμυνας, Άντριους Κουμπίλιους, ότι μια πιθανή βίαιη κατάληψη της Γροιλανδίας από τις Ηνωμένες Πολιτείες θα αποτελούσε «το τέλος του ΝΑΤΟ», δεν είναι απλώς μια δραματική προειδοποίηση. Είναι μια κραυγή αγωνίας για τη βαθιά κρίση ταυτότητας και σκοπού που διαπερνά τη Δύση και τους θεσμούς της. Γιατί αν η ισχυρότερη χώρα της συμμαχίας στραφεί στρατιωτικά εναντίον εδάφους ενός συμμάχου της, τότε το ΝΑΤΟ παύει να είναι αμυντική συμμαχία αξιών και μετατρέπεται σε ένα κενό σχήμα ισχύος, χωρίς ηθικό ή πολιτικό έρεισμα.

Η Γροιλανδία, ένα αυτόνομο δανικό έδαφος με τεράστια γεωστρατηγική σημασία, βρίσκεται εδώ και χρόνια στο επίκεντρο των διεθνών ανταγωνισμών. Οι φυσικοί της πόροι, η θέση της στην Αρκτική και ο ρόλος της σε μελλοντικές στρατιωτικές και εμπορικές οδούς την καθιστούν κομβικό σημείο σε έναν κόσμο που μετατοπίζεται ταχύτατα προς μια νέα ψυχροπολεμική πραγματικότητα. Όμως άλλο πράγμα είναι ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός και άλλο η ωμή απειλή βίαιης προσάρτησης.

Οι δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ ότι οι ΗΠΑ θα «πάρουν τη Γροιλανδία με τον έναν ή τον άλλον τρόπο», με το επιχείρημα ότι διαφορετικά θα την καταλάβουν η Ρωσία ή η Κίνα, αποκαλύπτουν μια επικίνδυνη λογική μηδενικού αθροίσματος. Είναι η λογική σύμφωνα με την οποία το διεθνές δίκαιο, η εθνική κυριαρχία και οι συμμαχικές δεσμεύσεις υποχωρούν μπροστά στο δόγμα της ισχύος και του φόβου. Και ακριβώς αυτή η λογική είναι που απειλεί να διαλύσει το ίδιο το οικοδόμημα της δυτικής ασφάλειας.

Το ΝΑΤΟ ιδρύθηκε πάνω στην αρχή της συλλογικής άμυνας: ότι μια επίθεση εναντίον ενός μέλους είναι επίθεση εναντίον όλων. Όμως τι συμβαίνει όταν ο επιτιθέμενος είναι το ίδιο το ισχυρότερο μέλος; Ποια αξία έχει τότε το Άρθρο 5; Και πώς μπορεί να υπάρξει εμπιστοσύνη όταν η απειλή δεν έρχεται απ’ έξω, αλλά από το εσωτερικό της συμμαχίας;

Η Δανία, μέσω της πρωθυπουργού της Μέτε Φρεντέρικσεν, έθεσε το ζήτημα στη σωστή του διάσταση: μια στρατιωτική επίθεση των ΗΠΑ στη Γροιλανδία δεν θα ήταν απλώς διμερές επεισόδιο, αλλά το τέλος της μεταπολεμικής τάξης ασφαλείας. Μιας τάξης που βασίστηκε στη συνεργασία, στον σεβασμό της κυριαρχίας και στην ιδέα ότι οι δημοκρατίες δεν λύνουν τις διαφορές τους με τα όπλα.

Σε αυτό το σημείο, η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ιστορική δοκιμασία. Το άρθρο 42.7 της Συνθήκης της ΕΕ προβλέπει ρητά την υποχρέωση αμοιβαίας συνδρομής σε περίπτωση στρατιωτικής επίθεσης εναντίον κράτους μέλους. Αν η Δανία δεχθεί επίθεση, τα υπόλοιπα κράτη δεν θα έχουν απλώς ηθική, αλλά και νομική υποχρέωση να τη συνδράμουν. Και τότε το αδιανόητο σενάριο γίνεται πραγματικότητα: ευρωπαϊκά κράτη απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ακόμη κι αν ένα τέτοιο σενάριο δεν υλοποιηθεί ποτέ, και ακόμη κι αν οι δηλώσεις Τραμπ λειτουργούν ως εργαλείο πίεσης ή εσωτερικής κατανάλωσης, η ζημιά έχει ήδη γίνει. Η αμφισβήτηση της κυριαρχίας της Γροιλανδίας και η απειλή χρήσης βίας διαβρώνουν την εμπιστοσύνη που είναι απαραίτητη για να λειτουργήσει οποιαδήποτε συμμαχία. Και χωρίς εμπιστοσύνη, το ΝΑΤΟ δεν είναι παρά ένα άδειο κέλυφος.

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι τέτοιες δηλώσεις υιοθετούν τη ρητορική που υποτίθεται ότι η Δύση αντιμάχεται. Όταν οι ΗΠΑ δικαιολογούν μια πιθανή κατάληψη με το επιχείρημα «αν δεν το κάνουμε εμείς, θα το κάνουν άλλοι», υιοθετούν ακριβώς το ίδιο αφήγημα που χρησιμοποιούν αναθεωρητικές δυνάμεις για να νομιμοποιήσουν τις επεκτατικές τους κινήσεις. Έτσι, όμως, χάνεται κάθε ηθικό πλεονέκτημα.

Η υπόθεση της Γροιλανδίας λειτουργεί ως καθρέφτης μιας ευρύτερης κρίσης: της σύγκρουσης ανάμεσα στον κόσμο των κανόνων και στον κόσμο της ισχύος. Για δεκαετίες, οι δυτικές δημοκρατίες προέβαλαν τον εαυτό τους ως υπερασπιστές του διεθνούς δικαίου και της πολυμερούς συνεργασίας. Αν όμως αυτές οι αρχές εγκαταλείπονται όταν δεν εξυπηρετούν τα άμεσα συμφέροντα, τότε δεν πρόκειται για αξίες, αλλά για εργαλεία ευκαιρίας.

Σε τελική ανάλυση, η Γροιλανδία δεν είναι απλώς ένα κομμάτι γης στον Αρκτικό κύκλο. Είναι το σύμβολο ενός κρίσιμου ερωτήματος: μπορεί η Δύση να παραμείνει πιστή στις αρχές που τη συγκρότησαν ή θα υποκύψει στη λογική του «δικαίου του ισχυρού»; Αν η απάντηση είναι το δεύτερο, τότε το ΝΑΤΟ δεν θα χρειαστεί να διαλυθεί επισήμως. Θα έχει ήδη πεθάνει πολιτικά και ηθικά.

Και ίσως αυτό να είναι το πιο ανησυχητικό απ’ όλα: όχι ότι αλλάζει ο κόσμος, αλλά ότι αλλάζουν εκείνοι που υποτίθεται πως τον προστάτευαν από τις πιο σκοτεινές του εκδοχές.

 

 

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram.