Δεν είναι ότι η Γενιά Z φοβάται την τεχνητή νοημοσύνη. Δεν είναι οι παλιοί που τρόμαζαν με τα ATM ή με το internet «που θα μας χαζέψει». Η Γενιά Z μεγάλωσε μέσα στο λογισμικό. Το φόβο της τον γνωρίζει πολύ καλά. Τον κουβαλά στην ίδια τσέπη που βάζει και το κινητό της. Φοβάται, όμως, κάτι πιο ύπουλο: μήπως, μέσα στην ευκολία, χάσει κάτι από την ανθρωπιά της, και χωρίς καν να το καταλάβει.
Βλέπετε, σήμερα δεν μιλάμε για μηχανές που μας απειλούν. Μιλάμε για μηχανές που μας καταλαβαίνουν. Ή, έστω, που προσποιούνται ότι μας καταλαβαίνουν αρκετά καλά ώστε να μην χρειάζεται να κουραζόμαστε εμείς.
Στην Ελλάδα, τον προηγούμενο χρόνο αυτό το άγχος δεν ήρθε με φουτουριστικές στολές και εργαστήρια. Ήρθε πιο πεζά. Στις σχολές, όπου φοιτητές χρησιμοποιούν AI για να γράψουν εργασίες όχι επειδή βαριούνται, αλλά επειδή δουλεύουν παράλληλα σε delivery, call centers ή freelance gigs για να επιβιώσουν. Στα media, όπου νέα παιδιά μαθαίνουν ότι ένα κείμενο «βγαίνει πιο γρήγορα» αν το περάσεις πρώτα από μια μηχανή και μετά το «κάνεις πιο ανθρώπινο». Επίσης, στα δημιουργικά επαγγέλματα, όπου το ερώτημα δεν είναι πια «τι θέλω να πω», αλλά «πώς να το κάνω να μην μοιάζει με prompt».
Πίσω απ’ όλα αυτά, υπάρχει μια αλήθεια που πρέπει να παραδεχθούμε: η Γενιά Z δεν είναι τεμπέλικη. Γιατί; Γιατί ήταν εξαντλημένη πριν καν ξεκινήσει. Και η τεχνητή νοημοσύνη εμφανίστηκε σαν παυσίπονο στη ζωή της. Σήμερα, μπορεί να σου κόβει τον πόνο, αλλά μουδιάζει και κάτι γύρω γύρω. Τη σκέψη. Την τριβή. Το λάθος.
Επίσης, υπάρχει και κάτι άλλο, πιο βαθιά ελληνικό σε αυτόν τον φόβο. Μια χώρα που έχει μάθει να επιβιώνει με αυτοσχεδιασμό, με φιλότιμο, με προσωπικές σχέσεις, βλέπει τώρα την αυτοματοποίηση να μπαίνει ακόμα και εκεί που κάποτε υπήρχε μόνο άνθρωπος. Ο καθηγητής στο φροντιστήριο διορθώνει πλέον τις εκθέσεις με AI. Ο μικρός επαγγελματίας απαντά σε πελάτες με έτοιμα templates και τουλάχιστον 5 bullet points. Ο νέος καλλιτέχνης που αναρωτιέται αν αξίζει να γράψει τραγούδι ή αν αρκεί να «καθοδηγήσει» ένα καινούργιο μουσικό εργαλείο.
Και κάπου εδώ γεννιέται η υπαρξιακή αγωνία: Αν μια μηχανή μπορεί να γράψει, να ζωγραφίσει, να συνθέσει, να μιλήσει, τι μένει σε εμάς;
Η απάντηση δεν είναι καθόλου ρομαντική. Δεν είναι «η ψυχή», ούτε «η έμπνευση». Είναι ο χρόνος. Η εμπλοκή. Η ευθύνη του να πεις «αυτό είμαι εγώ», ακόμα κι αν δεν είναι τέλειο. Ακόμα κι αν δεν είναι το καλύτερο που θα μπορούσες να σκεφτείς ή να γράψεις.
Η Γενιά Z το νιώθει αυτό περισσότερο μέσα από το ένστικτο του ελεύθερου χρόνου. Γι’ αυτό και ενώ χρησιμοποιεί μαζικά την τεχνητή νοημοσύνη, ενώ ταυτόχρονα τη σαρκάζει. Memes για AI που «σου παίρνει τη δουλειά αλλά όχι το άγχος». TikToks που κοροϊδεύουν το corporate ύφος των αλγορίθμων. Μια διαρκής ειρωνεία, σαν ένας είδος άμυνας. Σαν να λένε: «Σε χρησιμοποιώ, αλλά δεν σου παραδίνομαι».
Από την άλλη αν το καλοσκεφτείς, ίσως τελικά αυτός ο φόβος να είναι υγιής. Γιατί δεν πρόκειται για φόβο της τεχνολογίας, αλλά για φόβο της απώλειας του ανθρώπινου βάρους. Της αμηχανίας, της σιωπής, της αργής σκέψης. Και κυριότερα, ένας φόβος των πραγμάτων που δεν γίνονται στιγμιαία, ακαριαία, όσο γρήγορα, δηλαδή, χρειάζεται για να πάρει τροφή ο αλγόριθμος.
Αυτό που πρέπει να καταλάβουμε είναι πώς η νοημοσύνη δεν απειλεί την ανθρωπιά μας από μόνη της. Την απειλεί μόνο αν εμείς αποφασίσουμε ότι δεν αξίζει τον κόπο να την υπερασπιστούμε. Και η Γενιά Z, παρά την κούραση, παρά την ειρωνεία, παρά την απόσταση, μοιάζει να το ξέρει αυτό καλύτερα απ’ όλους.
Αν υπάρχει κάτι, λοιπόν, που τρομάζει τη Γενιά Z δεν είναι ότι η AI θα της κλέψει τη δουλειά, αλλά ότι θα της κλέψει τη διαδικασία. Τον κόπο. Τη σύγκρουση με τον εαυτό της. Το δικαίωμα να γράψει κάτι μέτριο, αλλά δικό της. Αλλά κάπου εκεί γεννιέται μια ύπουλη ενοχή: Αν δεν χρησιμοποιείς AI, είσαι αργός. Αν τη χρησιμοποιείς, είσαι λιγότερο παρών.
Η Γενιά Z ζει μέσα σε αυτή την αντίφαση. Γι’ αυτό και τη σαρκάζει. Γι’ αυτό γελάει με τα corporate outputs, τα ψυχρά «εμπνευσμένα» κείμενα, τις τέλειες αλλά άψυχες εικόνες. Είναι άμυνα. Είναι ένστικτο επιβίωσης. Μια προσπάθεια να σταθεί λίγο πιο πέρα (αλλά όχι μακριά) από κάτι που ξέρει ότι μπορεί εύκολα να την καταπιεί. Ίσως, τελικά, έχει δίκιο να φοβάται.
Όχι γιατί, όπως έχουμε ξαναπεί, η τεχνητή νοημοσύνη είναι κακή. Αλλά γιατί είναι βολική. Και η ιστορία, από τον Πλάτωνα μέχρι τον Ταρκόφσκι, μας έχει μάθει πως ό,τι κάνει τη σκέψη πιο άνετη, συχνά την κάνει και πιο ρηχή. Και η ανθρωπιά δεν χάνεται με ένα καλογραμμένο prompt. Χάνεται σταδιακά, και σε αργό ρυθμό. Με κάθε απόφαση να μη καθίσουμε να σκεφτούμε λίγο παραπάνω. Με κάθε ανάθεση της όποιας σύγχρονης κρίσης μας σε κάτι που «ξέρει» τα πάντα.
Η Γενιά Z το καταλαβαίνει αυτό. Και ίσως γι’ αυτό ο φόβος της δεν είναι κάποια ένδειξη αδυναμίας, αλλά μια ένδειξη επίγνωσης. Μια τελευταία αντίσταση απέναντι σε έναν κόσμο που της ζητά να γίνει αποδοτική μηχανή, τη στιγμή που το μόνο που πραγματικά θέλει, είναι να είναι άνθρωπος.
➪ Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram.
Δεν είναι ότι η Γενιά Z φοβάται την τεχνητή νοημοσύνη. Δεν είναι οι παλιοί που τρόμαζαν με τα ATM ή με το internet «που θα μας χαζέψει». Η Γενιά Z μεγάλωσε μέσα στο λογισμικό. Το φόβο της τον γνωρίζει πολύ καλά. Τον κουβαλά στην ίδια τσέπη που βάζει και το κινητό της. Φοβάται, όμως, κάτι πιο ύπουλο: μήπως, μέσα στην ευκολία, χάσει κάτι από την ανθρωπιά της, και χωρίς καν να το καταλάβει.
Βλέπετε, σήμερα δεν μιλάμε για μηχανές που μας απειλούν. Μιλάμε για μηχανές που μας καταλαβαίνουν. Ή, έστω, που προσποιούνται ότι μας καταλαβαίνουν αρκετά καλά ώστε να μην χρειάζεται να κουραζόμαστε εμείς.
Στην Ελλάδα, τον προηγούμενο χρόνο αυτό το άγχος δεν ήρθε με φουτουριστικές στολές και εργαστήρια. Ήρθε πιο πεζά. Στις σχολές, όπου φοιτητές χρησιμοποιούν AI για να γράψουν εργασίες όχι επειδή βαριούνται, αλλά επειδή δουλεύουν παράλληλα σε delivery, call centers ή freelance gigs για να επιβιώσουν. Στα media, όπου νέα παιδιά μαθαίνουν ότι ένα κείμενο «βγαίνει πιο γρήγορα» αν το περάσεις πρώτα από μια μηχανή και μετά το «κάνεις πιο ανθρώπινο». Επίσης, στα δημιουργικά επαγγέλματα, όπου το ερώτημα δεν είναι πια «τι θέλω να πω», αλλά «πώς να το κάνω να μην μοιάζει με prompt».
Πίσω απ’ όλα αυτά, υπάρχει μια αλήθεια που πρέπει να παραδεχθούμε: η Γενιά Z δεν είναι τεμπέλικη. Γιατί; Γιατί ήταν εξαντλημένη πριν καν ξεκινήσει. Και η τεχνητή νοημοσύνη εμφανίστηκε σαν παυσίπονο στη ζωή της. Σήμερα, μπορεί να σου κόβει τον πόνο, αλλά μουδιάζει και κάτι γύρω γύρω. Τη σκέψη. Την τριβή. Το λάθος.
Επίσης, υπάρχει και κάτι άλλο, πιο βαθιά ελληνικό σε αυτόν τον φόβο. Μια χώρα που έχει μάθει να επιβιώνει με αυτοσχεδιασμό, με φιλότιμο, με προσωπικές σχέσεις, βλέπει τώρα την αυτοματοποίηση να μπαίνει ακόμα και εκεί που κάποτε υπήρχε μόνο άνθρωπος. Ο καθηγητής στο φροντιστήριο διορθώνει πλέον τις εκθέσεις με AI. Ο μικρός επαγγελματίας απαντά σε πελάτες με έτοιμα templates και τουλάχιστον 5 bullet points. Ο νέος καλλιτέχνης που αναρωτιέται αν αξίζει να γράψει τραγούδι ή αν αρκεί να «καθοδηγήσει» ένα καινούργιο μουσικό εργαλείο.
Και κάπου εδώ γεννιέται η υπαρξιακή αγωνία: Αν μια μηχανή μπορεί να γράψει, να ζωγραφίσει, να συνθέσει, να μιλήσει, τι μένει σε εμάς;
Η απάντηση δεν είναι καθόλου ρομαντική. Δεν είναι «η ψυχή», ούτε «η έμπνευση». Είναι ο χρόνος. Η εμπλοκή. Η ευθύνη του να πεις «αυτό είμαι εγώ», ακόμα κι αν δεν είναι τέλειο. Ακόμα κι αν δεν είναι το καλύτερο που θα μπορούσες να σκεφτείς ή να γράψεις.
Η Γενιά Z το νιώθει αυτό περισσότερο μέσα από το ένστικτο του ελεύθερου χρόνου. Γι’ αυτό και ενώ χρησιμοποιεί μαζικά την τεχνητή νοημοσύνη, ενώ ταυτόχρονα τη σαρκάζει. Memes για AI που «σου παίρνει τη δουλειά αλλά όχι το άγχος». TikToks που κοροϊδεύουν το corporate ύφος των αλγορίθμων. Μια διαρκής ειρωνεία, σαν ένας είδος άμυνας. Σαν να λένε: «Σε χρησιμοποιώ, αλλά δεν σου παραδίνομαι».
Από την άλλη αν το καλοσκεφτείς, ίσως τελικά αυτός ο φόβος να είναι υγιής. Γιατί δεν πρόκειται για φόβο της τεχνολογίας, αλλά για φόβο της απώλειας του ανθρώπινου βάρους. Της αμηχανίας, της σιωπής, της αργής σκέψης. Και κυριότερα, ένας φόβος των πραγμάτων που δεν γίνονται στιγμιαία, ακαριαία, όσο γρήγορα, δηλαδή, χρειάζεται για να πάρει τροφή ο αλγόριθμος.
Αυτό που πρέπει να καταλάβουμε είναι πώς η νοημοσύνη δεν απειλεί την ανθρωπιά μας από μόνη της. Την απειλεί μόνο αν εμείς αποφασίσουμε ότι δεν αξίζει τον κόπο να την υπερασπιστούμε. Και η Γενιά Z, παρά την κούραση, παρά την ειρωνεία, παρά την απόσταση, μοιάζει να το ξέρει αυτό καλύτερα απ’ όλους.
Αν υπάρχει κάτι, λοιπόν, που τρομάζει τη Γενιά Z δεν είναι ότι η AI θα της κλέψει τη δουλειά, αλλά ότι θα της κλέψει τη διαδικασία. Τον κόπο. Τη σύγκρουση με τον εαυτό της. Το δικαίωμα να γράψει κάτι μέτριο, αλλά δικό της. Αλλά κάπου εκεί γεννιέται μια ύπουλη ενοχή: Αν δεν χρησιμοποιείς AI, είσαι αργός. Αν τη χρησιμοποιείς, είσαι λιγότερο παρών.
Η Γενιά Z ζει μέσα σε αυτή την αντίφαση. Γι’ αυτό και τη σαρκάζει. Γι’ αυτό γελάει με τα corporate outputs, τα ψυχρά «εμπνευσμένα» κείμενα, τις τέλειες αλλά άψυχες εικόνες. Είναι άμυνα. Είναι ένστικτο επιβίωσης. Μια προσπάθεια να σταθεί λίγο πιο πέρα (αλλά όχι μακριά) από κάτι που ξέρει ότι μπορεί εύκολα να την καταπιεί. Ίσως, τελικά, έχει δίκιο να φοβάται.
Όχι γιατί, όπως έχουμε ξαναπεί, η τεχνητή νοημοσύνη είναι κακή. Αλλά γιατί είναι βολική. Και η ιστορία, από τον Πλάτωνα μέχρι τον Ταρκόφσκι, μας έχει μάθει πως ό,τι κάνει τη σκέψη πιο άνετη, συχνά την κάνει και πιο ρηχή. Και η ανθρωπιά δεν χάνεται με ένα καλογραμμένο prompt. Χάνεται σταδιακά, και σε αργό ρυθμό. Με κάθε απόφαση να μη καθίσουμε να σκεφτούμε λίγο παραπάνω. Με κάθε ανάθεση της όποιας σύγχρονης κρίσης μας σε κάτι που «ξέρει» τα πάντα.
Η Γενιά Z το καταλαβαίνει αυτό. Και ίσως γι’ αυτό ο φόβος της δεν είναι κάποια ένδειξη αδυναμίας, αλλά μια ένδειξη επίγνωσης. Μια τελευταία αντίσταση απέναντι σε έναν κόσμο που της ζητά να γίνει αποδοτική μηχανή, τη στιγμή που το μόνο που πραγματικά θέλει, είναι να είναι άνθρωπος.
➪ Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram.




