Ζούμε σε μια εποχή όπου το podcast έχει γίνει το νέο μανιφέστο της δημιουργικότητας. Κάθε άνθρωπος με ένα φτηνό μικρόφωνο, ένα λάπτοπ και μια φευγαλέα ιδέα νομίζει ότι μπορεί να γίνει ο επόμενος Joe Rogan. Μήπως τελικά έχουμε φτάσει στο σημείο που η μόδα των podcast έχει γίνει (λίγο) υπερβολική;

Σκεφτείτε το λίγο: Δεν χρειάζεται να έχουμε ένα podcast για κάθε δραστηριότητα στη ζωή μας. Δεν χρειάζεται να ακούσουμε ένα podcast για το πώς θα φορέσουμε τα παπούτσια μας το πρωί. Δεν χρειάζεται να έχουμε ένα podcast για το πώς βουρτσίζουμε τα δόντια μας. Δεν χρειάζεται να έχουμε ένα podcast για το πώς να αναπνέουμε! Και σίγουρα δεν χρειάζεται να έχουμε ένα podcast για το πώς ο τάδε μαγείρεψε φακές, ειδικά αν το έχει ήδη ποστάρει και στο Facebook.

Αλλά, όχι! Ενώ υπάρχουν εκείνες οι ενδείξεις ότι τα podcasts για όποια επικαιρότητα, για όποια ενδιαφέρουσα ιστορία ή θέματα (αθλήματα, χόμπι και τάσεις) θα είναι πάντα δικαιολογημένα, είναι πλέον φανερό πως κυριαρχεί η αίσθηση ότι όλα στις μέρες μας χρειάζονται κι ένα ηλίθιο podcast.

Υπάρχουν podcasts που χρηματοδοτούνται από τράπεζες της μεγάλης αγοράς με οδηγίες σχετικά με τη δημιουργία μιας νέας μικρής επιχείρησης. Αυτό δεν είναι podcast, είναι διαφημιστικό φυλλάδιο. Ένας stand-up κωμικός και ο φίλος του αποφάσισαν να ξαναδούν παλιά επεισόδια του Baywatch και να σχολιάσουν πόσο σέξι ήταν η Pamela στα 90s. Ένα podcast που περιλαμβάνει δύο φίλους που “απλά λένε μαλακίες μεταξύ τους” είναι μια βραδιά στο μπαρ για μπύρες, έτσι δεν είναι; Ένας θεός ξέρει γιατί αυτό πρέπει να γίνει podcast. Ή, ακόμη χειρότερα, ένα podcast που συνοδεύει ένα επεισόδιο στο YouTube και στο Instagram και στο TikTok, στο οποίο ημιδιάσημες περσόνες σχολιάζουν αν έπρεπε να κάνουν βλεφαροπλαστική ή όχι, σίγουρα φαντάζει άκρως περιττό.

Αργά, αλλά σταθερά, φτάνουμε σε μια εποχή όπου όλοι (και η μητέρα τους) θα έχουν κι από ένα podcast. Αλλά έτσι είναι… Η εποχή προστάζει, όποιος έχει ένα χόμπι για παράδειγμα, πρέπει να αισθάνεται και την ανάγκη να εκφράσει τις απόψεις του για ό,τι τον ενδιαφέρει, σαν να είναι ξαφνικά ειδικός στο συγκεκριμένο θέμα, παρόλο που μόλις πριν λίγες εβδομάδες ξεκίνησε το χόμπι. Ή, κάποιοι που είναι λάτρεις των serial killers και των αστυνομικών ιστοριών νομίζουν ότι ο κόσμος πρέπει να ακούσει αυτές τις ιστορίες, από δέκα διαφορετικούς εξπέρ της σκοτεινής ανθρώπινης ψυχής.

Μα θα μου πείτε έχεις δίκιο, δεν χρειάζεται όλοι να μιλάνε για τις ίδιες true crime ιστορίες. Αλλά αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι όλοι θα μπορούσαν να ηχογράφουν ένα podcast, αν το θέλουν. To podcast δεν είναι ένα μέσο που σε παρακολουθεί κρυφά, ούτε σου πλασάρει διαφημίσεις, οπότε αν κάποιος δεν θέλει να τα ακούσει, μπορεί να μην το κάνει. Δεν σου αρέσουν τα podcasts, δεν τα ακούς, τόσο απλά.

Για να μην ξεχάσουμε και τα βασικά, θα πρέπει να πούμε κάπου εδώ ότι μια τεράστια πτυχή της επιτυχίας τους είναι ότι καλύπτουν το κενό που άφησε πίσω του το old-school ραδιόφωνο. Τουλάχιστον, ας παραδεχτούμε ότι γι’ αυτό ξεκίνησαν εκεί πίσω στις αρχές των 00s, ως μια νέα πρόταση απέναντι σε ένα ραδιόφωνο πνιγμένο στα διαφημιστικά breaks, τα ενοχλητικά jingles, τις συζητήσεις μικρής έκτασης που δεν οδηγούσαν πουθενά και όλα εκείνα τα ενοχλητικά playlists με τραγούδια που όλοι μας είχαμε ακούσει 500 φορές.

podcast
Εικονογράφηση: @signal_a

Τα podcasts δημιουργήθηκαν για να ξαναζωντανέψουν τη χαλαρή και ζεστή συνομιλία του ραδιοφώνου και όχι την αγχωμένη αναμετάδοση ειδήσεων, μαζί με ένα πρόσθετο πλεονέκτημα ότι κάποιος μπορούσε να εμβαθύνει πραγματικά σε ένα συγκεκριμένο, και πάντα, ενδιαφέρον θέμα. Αυτή είναι η γοητεία τους που κέρδισε το κοινό, ενώ το αντίστοιχο δέλεαρ προς την μεριά των δημιουργών, ήταν το γεγονός ότι πρόκειται για ένα προσιτό μέσο που θα ήταν ανόητο να το προσπεράσει κανείς, εάν όντως είχε μια (κάπως) αξιοπρεπή ιδέα.

Η μεγάλη έκρηξη podcasts έσκασε τον καιρό της καραντίνας. Πολλά, μεταξύ των οποίων και τα πιο επιτυχημένα σημερινά Ελληνικά προγράμματα, γεννήθηκαν μέσα από την ανάγκη δράσης και επικοινωνίας στην εποχή της καραντίνας. Σταδιακά, και αφού όλοι μπορούσαν να δημιουργήσουν περιεχόμενο μέσα στην ασφάλεια του σπιτιού τους, τα podcasts έγιναν τα νέα blogs. Και όπως οι περισσότεροι ανεξάρτητοι bloggers κάποτε, οι οποίοι δεν είχαν στοιχεία για το ποιοι ή πόσοι τους διάβαζαν, και βασικότερα, για το πώς το κοινό αξιοποιούσε τις πληροφορίες που παρείχαν τα blogs, έτσι και σήμερα, το μεγαλύτερο ποσοστό των δημιουργών podcasts δεν έχει ιδέα σε ποιον απευθύνεται, γιατί του μιλάει, και το βασικότερο, τι μπορεί να περιμένει από το κοινό όταν θα σταματήσει να μιλάει. Ίσως να πατήσουν το κουμπί που γράφει «Buy me a coffee». Μετά το τέλος της καραντίνας, όταν όλοι επέστρεψαν στα γραφεία τους, ο διαθέσιμος χρόνος μειώθηκε, και αυτομάτως μειώθηκε και η ποιότητα των podcasts, που πλέον 3 χρόνια αργότερα, έχουν υπερπολλαπλασιαστεί και επάξια κερδίζουν την μερίδα του λέοντος από την ψηφιακή σαβούρα του ίντερνετ.

Συγγνώμη, αλλά τα σκουπίδια δεν μπορούν να θεωρούνται “δημιουργία”. Τελευταία, σκεφτόμουν κάτι που είχε πει κάποτε ο Giorgio Armani για την μόδα. «Όποιος είναι παθιασμένος με αυτό που κάνει, θα έχει περισσότερες πιθανότητες να συνδεθεί με τις μελλοντικές γενιές από εκείνους που απλώς ακολουθούν τις παροδικές τάσεις». Η δήλωση αυτή κρύβει βαθιά μέσα της την έννοια του τέλους – πώς η παροδικότητα της ζωής δίνει νόημα στην ύπαρξή μας. Και αυτό το τέλος, είναι και η κύρια διάγνωση που συνταγογραφούμε για την σημερινή κατάσταση του διαδικτύου που έχει μπουκώσει από σκουπίδια. Το Twitter, μετά την εξαγορά του από τον Elon Musk, λέγαμε ότι θα πεθάνει. Το ίδιο και το Instagram και το YouTube και η κουλτούρα των influencers. Αλλά στην πραγματικότητα, τίποτα από αυτά δεν πεθαίνει, απλώς μετασχηματίζονται. Κάπως έτσι και τα podcasts δεν θα πεθάνουν σύντομα, αλλά η βιομηχανία podcasting, όπως και ένα μεγάλο μέρος του ευρύτερου streaming οικοσυστήματος, βρίσκεται σε ένα πολύ σοβαρό σημείο καμπής. Η εποχή της άνθησης έχει τελειώσει. Τα διαφημιστικά ευρώ στέρεψαν και πλέον η αγορά διαφημίσεων για podcast δεν αυξάνεται καθόλου, όπως έλεγαν οι προβλέψεις. Οι μέρες των υπέρογκων προϋπολογισμών των εκπομπών είναι πίσω μας παιδιά και το ξέρετε πολύ καλά. ‘Ομως, αυτή είναι η φύση των επιχειρήσεων ψυχαγωγίας, τα έσοδα αυξάνονται όσο το κοινό είναι ικανοποιημένο, και μειώνονται όσο το κοινό έχει αποβλακωθεί και όλοι κάνουν το ίδιο ηλίθιο λάθος. Στην περίπτωσή μας, όλοι κάνουν κι από ένα podcast.

Μπορούμε να αφήσουμε κάποια πράγματα να είναι απλά ή σύνθετα, χωρίς ανούσιες αναλύσεις σε ανούσια podcast. Χωρίς μια σταθερή ροή άγνωστων φωνών στον κόσμο μας. Μπορούμε να απολαύσουμε τη σιωπή και την ηρεμία, να σκεφτούμε πώς θα συζητήσουμε με τους φίλους μας καλύτερα, αντί να χρειάζεται να ακολουθούμε τον κάθε πολυλογά podcaster που μας υποδεικνύει για 45 λεπτά πώς να κάνουμε μια απλή καθημερινή δραστηριότητα -πώς να κινηθούμε σωστά, πώς να ντυθούμε ή πώς να ζήσουμε. Ας επικεντρωθούμε, εμείς οι αθώοι ακροατές, σε εκείνα τα podcast που πραγματικά έχουν κάτι ενδιαφέρον να μας πουν, αντί να τροφοδοτούμε τον ψηφιακό μας κόσμο με ηχογραφήσεις από τον κάθε τυχαίο “δημιουργό” που ουσιαστικά σπαταλάει τον πολύτιμο χρόνο μας με λίγη ακόμα “ψηφιακή σαβούρα”. Γιατί, πολλά μπορούν να βρίσκονται στη ζωή μας χωρίς να έχουν την ανάγκη ενός podcast για να αποκτήσουν αξία, και πολλές στιγμές στη ζωή μας είναι καλύτερο να τις απολαμβάνουμε χωρίς την ανάγκη να τις καταγράφουμε ή να τις μοιραζόμαστε μέσω ενός podcast. Και κάπως έτσι, η απόλαυση του “Τώρα” χωρίς την ανάγκη μιας διαρκούς τεκμηρίωσης ίσως να είναι ένας πιο υγιής τρόπος ψηφιακής ζωής.

 

Διαβάστε επίσης: Τα υπέροχα ζευγάρια στο πλαστό σύμπαν των social media