Οι απεργιακές κινητοποιήσεις των ταξί σήμερα επανέφεραν στο προσκήνιο ένα γνώριμο –και ταυτόχρονα άβολα οικείο– ερώτημα: πού τελειώνει το δικαίωμα στη διεκδίκηση και πού αρχίζει η ταλαιπωρία της κοινωνίας; Σε μια πόλη που ήδη δοκιμάζεται καθημερινά από την κίνηση, την έλλειψη αξιόπιστων μέσων μεταφοράς και τη γενικότερη αίσθηση κόπωσης, η απουσία των ταξί γίνεται άμεσα αισθητή. Και αυτό δεν είναι ούτε τυχαίο ούτε αμελητέο.

Τα ταξί δεν είναι απλώς ένα ακόμη επάγγελμα. Είναι νευραλγικό κομμάτι της αστικής κινητικότητας, ειδικά για ανθρώπους που δεν έχουν εναλλακτικές: ηλικιωμένους, εργαζόμενους με δύσκολα ωράρια, γονείς με παιδιά, ανθρώπους με κινητικές δυσκολίες. Όταν τα ταξί κατεβάζουν ρολά, η πόλη αλλάζει ρυθμό. Και μαζί της αλλάζει και η διάθεση των πολιτών.

Από την άλλη πλευρά, δεν μπορούμε και δεν πρέπει να αγνοούμε ότι η απεργία είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα. Είναι το έσχατο μέσο πίεσης ενός κλάδου που νιώθει ότι δεν ακούγεται, που θεωρεί ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται ερήμην του και που βλέπει το επάγγελμά του να μεταβάλλεται ραγδαία, συχνά χωρίς επαρκή προστασία. Η συζήτηση, λοιπόν, δεν μπορεί να είναι απλοϊκή ή μονοδιάστατη.

Το πρόβλημα ξεκινά όταν η απεργία παύει να λειτουργεί ως εργαλείο διαλόγου και μετατρέπεται σε μηχανισμό σύγκρουσης χωρίς ορατό αποτέλεσμα. Όταν επαναλαμβάνεται τόσο συχνά, ώστε να χάνει τη βαρύτητά της. Όταν προκαλεί θυμό αντί για κατανόηση. Και όταν, τελικά, οι πολίτες δεν στέκονται πια στο πλευρό των επαγγελματιών, αλλά απέναντί τους.

Οι οδηγοί ταξί βρίσκονται εδώ και χρόνια σε μια μεταβατική και αβέβαιη συνθήκη. Η είσοδος των ψηφιακών πλατφορμών, η αλλαγή στον τρόπο μετακίνησης, οι αυξημένες υποχρεώσεις, το κόστος καυσίμων και συντήρησης, αλλά και η γενικότερη οικονομική ασφυξία, δημιουργούν ένα περιβάλλον συνεχούς πίεσης. Είναι εύλογο να νιώθουν ότι το έδαφος κάτω από τα πόδια τους δεν είναι σταθερό.

Ωστόσο, η κοινωνία –η ίδια κοινωνία που καλούνται να εξυπηρετήσουν– βρίσκεται κι αυτή στα όριά της. Ο εργαζόμενος που πρέπει να πάει στη δουλειά του, ο γονιός που πρέπει να παραλάβει το παιδί του, ο ασθενής που έχει ραντεβού, δεν είναι «παράπλευρες απώλειες». Είναι άνθρωποι που ζουν την απεργία όχι ως πολιτική πράξη, αλλά ως άμεσο εμπόδιο στην καθημερινότητά τους.

Και εδώ ακριβώς γεννιέται η κρίσιμη αντίφαση: πώς μπορεί ένας κλάδος να ζητά κοινωνική στήριξη, όταν η μορφή της διεκδίκησής του επιβαρύνει δυσανάλογα την κοινωνία; Πώς μπορεί να πείσει ότι έχει δίκιο, όταν το πρώτο συναίσθημα που προκαλεί είναι ο εκνευρισμός;

Δεν είναι η πρώτη φορά που τίθεται αυτό το ερώτημα. Και σίγουρα δεν αφορά μόνο τα ταξί. Όμως στην περίπτωση αυτή, η ορατότητα είναι μεγαλύτερη. Τα ταξί είναι εκεί –ή μάλλον, δεν είναι εκεί– και η απουσία τους φωνάζει. Σε αντίθεση με άλλους κλάδους, εδώ η επίδραση είναι άμεση, καθημερινή, σωματική σχεδόν.

Ίσως, λοιπόν, ήρθε η στιγμή να επανεξεταστεί όχι το δικαίωμα στην απεργία, αλλά ο τρόπος άσκησής του. Να αναζητηθούν μορφές κινητοποίησης που ασκούν πίεση προς τα πάνω –προς την πολιτεία και τους αρμόδιους φορείς– και όχι μόνο προς τα έξω, δηλαδή προς τον πολίτη. Μορφές που διατηρούν το ηθικό πλεονέκτημα και δεν το εξαντλούν.

Γιατί το μεγάλο διακύβευμα δεν είναι αν οι οδηγοί ταξί έχουν δίκιο ή άδικο στα αιτήματά τους. Το διακύβευμα είναι αν θα καταφέρουν να πείσουν. Και η πειθώ, σε μια κοινωνία ήδη κουρασμένη, δεν κερδίζεται με επαναλαμβανόμενα αδιέξοδα.

Ταυτόχρονα, η πολιτεία φέρει τεράστια ευθύνη. Η απουσία ουσιαστικού διαλόγου, η καθυστέρηση στη λήψη αποφάσεων, η αντιμετώπιση των επαγγελματιών ως αριθμών και όχι ως ανθρώπων, οδηγεί αναπόφευκτα σε συγκρούσεις. Όταν οι δίαυλοι επικοινωνίας κλείνουν, η απεργία γίνεται μονόδρομος.

Και κάπως έτσι, όλοι εγκλωβίζονται: οι οδηγοί, οι πολίτες, η ίδια η πόλη. Σε έναν φαύλο κύκλο έντασης, όπου κανείς δεν νιώθει πραγματικά δικαιωμένος στο τέλος της ημέρας. Ίσως το ζητούμενο σήμερα δεν είναι να πάρουμε θέση υπέρ ή κατά των απεργιακών κινητοποιήσεων των ταξί. Ίσως το ζητούμενο είναι να αναρωτηθούμε πώς μπορεί να υπάρξει διεκδίκηση χωρίς κοινωνικό ρήγμα. Πώς μπορεί ένας κλάδος να υπερασπίζεται το μέλλον του χωρίς να αποξενώνει το παρόν του. Γιατί μια πόλη δεν κινείται μόνο με ρόδες. Κινείται με συνεννόηση, εμπιστοσύνη και την αίσθηση ότι παρά τις όποιες διαφορές μας βρισκόμαστε στην ίδια πλευρά του δρόμου.

 

 

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram.