Αν το 2006 οι αλγόριθμοι ήταν ένα τεχνικό υπόβαθρο που λίγοι πρόσεχαν, το 2026 είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούμε. Λειτουργούν μέσα στο βλέμμα μας, στη μνήμη μας, στον τρόπο που διατυπώνουμε ερωτήματα και στον τρόπο που δεχόμαστε απαντήσεις. Μέσα σε δύο δεκαετίες ο αλγόριθμος μετακινήθηκε από τον ρόλο του διαχειριστή πληροφορίας στον ρόλο του συν-συγγραφέα της πραγματικότητας.
Η αφετηρία είναι γνωστή. Το News Feed του Facebook, η κυριαρχία της Google στην αναζήτηση, η υπόσχεση ότι το χάος του διαδικτύου μπορεί να μπει σε τάξη. Εκείνη την πρώτη περίοδο οι αλγόριθμοι εμφανίστηκαν ως λύση σε ένα πραγματικό πρόβλημα: πάρα πολλές πληροφορίες, πολύ λίγος χρόνος. Το φιλτράρισμα έμοιαζε όχι μόνο χρήσιμο, αλλά αναγκαίο και όπως συμβαίνει συχνά αυτό που ξεκινά ως βοήθεια καταλήγει να γίνεται υποκατάστατο κρίσης.
Μεταξύ 2006 και 2015 ο αλγόριθμος έμαθε να προβλέπει. Να συνδέει likes, αναζητήσεις, αγορές, κινήσεις του ποντικιού. Να υπολογίζει πιθανότητες επιθυμίας. Εκείνη τη δεκαετία τέθηκαν τα θεμέλια της οικονομίας της προσοχής. Δεν πληρώναμε με χρήμα, αλλά με χρόνο, με δεδομένα, με ψήγματα συμπεριφοράς που έμοιαζαν ασήμαντα, αλλά σε μαζική κλίμακα έγιναν χρυσός.
Η επόμενη φάση από το 2015 και μετά ήταν πιο σιωπηλή αλλά πιο βαθιά. Οι αλγόριθμοι έπαψαν να μας δείχνουν απλώς περιεχόμενο και άρχισαν να διαμορφώνουν πλαίσιο σκέψης. Η ροή έγινε συνεχής, ατέρμονη, σχεδιασμένη να μην τελειώνει ποτέ. Το scroll αντικατέστησε το τέλος. Η προσοχή έγινε αποσπασματική, αλλά και μόνιμα δεσμευμένη.
Την ίδια στιγμή η ιδέα της ουδετερότητας κατέρρευσε. Οι αλγόριθμοι δεν ήταν απλώς μαθηματικοί τύποι. Ήταν συμπυκνωμένες επιλογές: τι μετράει, τι προωθείται, τι εξαφανίζεται. Ενίσχυσαν το ακραίο, γιατί το ακραίο κρατάει τον χρήστη. Έμαθαν να ανταμείβουν τον θυμό, τον φόβο, την αγανάκτηση. Συνέβαλαν σε έναν κόσμο πιο πολωμένο, πιο νευρικό, πιο εύθραυστο.
Μετά το 2020 μπαίνουμε στην τρίτη πράξη. Οι αλγόριθμοι δεν περιορίζονται πια στην επιλογή περιεχομένου, παράγουν περιεχόμενο. Τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα, οι μηχανές εικόνας, οι αυτοματοποιημένοι βοηθοί εισάγουν κάτι ποιοτικά νέο: την ψευδαίσθηση διαλόγου. Όσο πιο πειστικά μιλούν, τόσο πιο εύκολα ξεχνάμε ότι δεν καταλαβαίνουν, αλλά υπολογίζουν.
Το κρίσιμο σημείο αυτής της εικοσαετίας δεν είναι τεχνολογικό. Είναι ανθρωπολογικό. Συνηθίσαμε να εξωτερικεύουμε λειτουργίες του νου μας. Τη μνήμη στην αναζήτηση, την κρίση στη σύσταση, τη δημιουργικότητα στο prompt. Όταν ένα σύστημα υπόσχεται ευκολία, η αντίσταση μοιάζει παράλογη. Το τίμημα είναι η σταδιακή απώλεια τριβής, εκείνης της αργής, συχνά άβολης διαδικασίας μέσα από την οποία σχηματίζεται σκέψη.
Το 2025 το ερώτημα δεν είναι αν οι αλγόριθμοι είναι καλοί ή κακοί. Είναι αν τους αντιμετωπίζουμε ως εργαλεία ή ως αυθεντίες. Για δύο δεκαετίες τους αφήσαμε να λειτουργούν χωρίς ουσιαστική κοινωνική διαπραγμάτευση. Τώρα αρχίζουμε να μιλάμε για ρύθμιση, διαφάνεια, λογοδοσία. Οι αλγόριθμοι δεν μας ανάγκασαν να αλλάξουμε. Μας διευκόλυναν να γίνουμε αυτό που ήδη ήμασταν, αλλά πιο γρήγορα, πιο έντονα, πιο μετρήσιμα. Αν θέλουμε κάτι διαφορετικό για την επόμενη εικοσαετία δεν αρκεί να αλλάξουμε τον κώδικα. Πρέπει να ξανασκεφτούμε τη σχέση μας με την προσοχή, την αβεβαιότητα, τη σιωπή, το λάθος.
Από το 2006 έως το 2026 μάθαμε τι μπορούν να κάνουν οι αλγόριθμοι. Το ζήτημα που μένει ανοιχτό είναι αν θα μάθουμε τι δεν πρέπει να τους αφήσουμε να κάνουν για εμάς.
➪ Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram.





