Η Ελλάδα ξαναζεί μια εικόνα που γνωρίζει καλά. Τρακτέρ παραταγμένα σαν οδοφράγματα, εθνικές οδοί κλειστές, μετακινήσεις στον αέρα, νεύρα τεντωμένα. Τα αγροτικά μπλόκα δεν είναι απλώς μια ακόμη πράξη διαμαρτυρίας αλλά μια κραυγή που επαναλαμβάνεται κάθε λίγα χρόνια, όλο και πιο δυνατά, όλο και πιο απελπισμένα.

Και το ερώτημα δεν είναι πια αν έχουν δίκιο οι αγρότες να διαμαρτύρονται αλλά πώς αυτή η διαμαρτυρία μετατρέπεται σε συλλογικό αδιέξοδο. Γιατί, ας το πούμε καθαρά: όταν η χώρα «κόβεται στα δύο», δεν υπάρχει νικητής. Ούτε οι αγρότες, ούτε η κυβέρνηση, ούτε οι πολίτες.

Η ρίζα του προβλήματος δεν είναι τα μπλόκα

Οι αγρότες δεν ξύπνησαν ένα πρωί και αποφάσισαν να κλείσουν δρόμους από χόμπι ή ιδιοτροπία. Πίσω από τα μπλόκα υπάρχει ένας πρωτογενής τομέας που εδώ και χρόνια λειτουργεί στα όρια της αντοχής του. Το κόστος παραγωγής ανεβαίνει, οι επιδοτήσεις καθυστερούν ή χάνονται στη γραφειοκρατία, οι τιμές παραγωγού παραμένουν πιεσμένες, ενώ οι διεθνείς και ευρωπαϊκές συμφωνίες δημιουργούν την αίσθηση ότι ο Έλληνας αγρότης ανταγωνίζεται με όρους άνισους.

Η αγροτική ζωή έχει πάψει να είναι βιώσιμη για πολλούς. Και όταν η επιβίωση τίθεται υπό αμφισβήτηση, η διαμαρτυρία γίνεται ένστικτο. Το πρόβλημα, όμως, ξεκινά όταν αυτή η αγανάκτηση μετατρέπεται σε αποκλεισμό της κοινωνίας.

Μπλόκα: πίεση ή αυτoϋπονόμευση;

Τα μπλόκα ήταν πάντα το «βαρύ πυροβολικό» των αγροτικών κινητοποιήσεων. Είναι ο τρόπος με τον οποίο οι αγρότες λένε: «Δεν μας ακούσατε αλλά τώρα θα μας δείτε». Όμως αυτή η τακτική, όσο αποτελεσματική κι αν υπήρξε στο παρελθόν, σήμερα δείχνει να έχει φτάσει στα όριά της.

Γιατί ποιον πιέζουν πραγματικά τα κλειστά διόδια;

• Τον εργαζόμενο που καθυστερεί στη δουλειά του;
• Τον μικροεπαγγελματία που δεν μπορεί να μεταφέρει εμπόρευμα;
• Τον ασθενή που εγκλωβίζεται στον δρόμο;

Η κοινωνία αρχικά συμπονά. Αλλά όσο οι μέρες περνούν, ο θυμός μετατοπίζεται. Και εκεί η διαμαρτυρία κινδυνεύει να χάσει το ηθικό της πλεονέκτημα. Η αγανάκτηση είναι κατανοητή. Η ομηρία, όχι.

Η κυβέρνηση σε ρόλο διαχειριστή κρίσης — όχι λύσης

Από την άλλη πλευρά, η πολιτεία μοιάζει να κινείται αντιδραστικά, όχι στρατηγικά. Μέτρα ανακοινώνονται, πακέτα στήριξης παρουσιάζονται, δηλώσεις γίνονται. Όμως το βασικό πρόβλημα παραμένει: απουσιάζει ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο για τον πρωτογενή τομέα.

Οι αγρότες δεν ζητούν μόνο χρήματα. Ζητούν:

• προβλεψιμότητα,
• σταθερούς κανόνες,
• σεβασμό στον κόπο τους.

Και όταν η απάντηση της κυβέρνησης μοιάζει περισσότερο με διαχείριση επικοινωνίας παρά με ουσιαστική πολιτική, η δυσπιστία βαθαίνει. Η δε προσφυγή στη Δικαιοσύνη και στη λογική της «μηδενικής ανοχής» μπορεί να δείχνει πυγμή, αλλά δεν λύνει κοινωνικά προβλήματα. Αντιθέτως τα μεταθέτει.

Μια κοινωνία στη μέση, χωρίς ρόλο αλλά με κόστος

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο αυτής της κρίσης είναι ότι η κοινωνία βρίσκεται στη μέση χωρίς φωνή. Δεν συμμετέχει στη διαπραγμάτευση, δεν εκπροσωπείται στον διάλογο, αλλά πληρώνει το τίμημα. Και εδώ γεννιέται μια επικίνδυνη συνθήκη: η κόπωση. Όταν οι πολίτες κουράζονται να κατανοούν, όταν η αλληλεγγύη μετατρέπεται σε εκνευρισμό, τότε το κοινωνικό ρήγμα βαθαίνει. Και αυτό είναι πολιτικά εκρηκτικό.

Το ζήτημα των αγροτικών μπλόκων δεν αφορά μόνο τους αγρότες. Αφορά το πώς λειτουργεί η δημοκρατία μας, πώς διαχειριζόμαστε τις κοινωνικές συγκρούσεις και αν μπορούμε να παράγουμε λύσεις χωρίς να τινάζουμε τη χώρα στον αέρα κάθε φορά. Γιατί αν κάθε επαγγελματικός κλάδος που πιέζεται — και είναι πολλοί — υιοθετήσει τη λογική του αποκλεισμού, τότε δεν μιλάμε για διεκδίκηση, αλλά για παράλυση.

Συμπέρασμα: η κραυγή χρειάζεται μετάφραση σε πολιτική

Οι αγρότες έχουν λόγο να φωνάζουν. Η κυβέρνηση έχει υποχρέωση να ακούσει. Αλλά η χώρα δεν αντέχει άλλες κρίσεις χωρίς διέξοδο. Τα μπλόκα είναι σύμπτωμα, όχι λύση. Και όσο παραμένουμε εγκλωβισμένοι σε αυτό το μοτίβο — πίεση, αντίδραση, κόπωση — τόσο απομακρυνόμαστε από το ουσιαστικό ερώτημα: Θέλουμε πραγματικά έναν βιώσιμο πρωτογενή τομέα ή απλώς να σβήνουμε φωτιές κάθε χειμώνα;

Αν δεν απαντηθεί αυτό, τότε τα τρακτέρ θα συνεχίσουν να βγαίνουν στους δρόμους. Και η χώρα θα συνεχίσει να πληρώνει το τίμημα μιας πολιτικής που πάντα έρχεται καθυστερημένα.

 

 

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram.