Το πρόσφατο περιστατικό με τις ραδιοσυχνότητες στον ελληνικό εναέριο χώρο και η παράλυση που προκάλεσε στο «Ελευθέριος Βενιζέλος» δεν ήταν απλώς ένα τεχνικό ατύχημα. Ήταν ένα πολιτικό, θεσμικό και βαθιά κοινωνικό σύμπτωμα.
Ένα καμπανάκι που ήχησε δυνατά, όχι μόνο για τις υποδομές μας, αλλά για τη συνολική στάση μας ως χώρα απέναντι στην ευθύνη, την αυτοκριτική και τη συνέπεια.
Για ώρες, μια χώρα που δηλώνει ευρωπαϊκή, σύγχρονη και γεωπολιτικά ώριμη, βρέθηκε ουσιαστικά “κουφή και άλαλη” στον αέρα. Οι επικοινωνίες κατέρρευσαν, οι πτήσεις πάγωσαν, οι πολίτες εγκλωβίστηκαν, και το κράτος έμοιαζε να παρακολουθεί αμήχανα μια κρίση που δεν μπορούσε να διαχειριστεί άμεσα. Κι όμως, το σοκ δεν προήλθε τόσο από τη βλάβη όσο από την αποκάλυψη: ότι βασικές, κρίσιμες υποδομές λειτουργούν ακόμη με λογικές και συστήματα που ανήκουν στο παρελθόν.
Το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι ένα σύστημα απέτυχε. Τα συστήματα, ακόμη και τα πιο εξελιγμένα, αποτυγχάνουν. Το ανησυχητικό είναι ότι η αποτυχία αυτή φάνηκε να είναι αποτέλεσμα χρόνιας αδράνειας, αναβολών και μιας βαθιά ριζωμένης κουλτούρας “ας μη συμβεί σε εμάς”. Όταν όμως συμβαίνει, η έκπληξη είναι προσχηματική. Η ευθύνη είναι συλλογική και διαχρονική.
Την ίδια στιγμή που στο εσωτερικό δυσκολευόμαστε να εξασφαλίσουμε στοιχειώδη τεχνολογική επάρκεια σε τομείς ζωτικής σημασίας, στο εξωτερικό επιδεικνύουμε μια αξιοσημείωτη ευκολία στην άσκηση κριτικής. Καταδικάζουμε αυταρχικά καθεστώτα, σχολιάζουμε εκλογικές νομιμοποιήσεις άλλων χωρών, υψώνουμε –δικαίως πολλές φορές– το λάβαρο του διεθνούς δικαίου. Όμως πόσο πειστική είναι αυτή η στάση όταν το ίδιο το κράτος μας εμφανίζεται απροετοίμαστο σε ζητήματα ασφάλειας και λειτουργικότητας;
Είναι εύκολο να δείχνουμε τη Βενεζουέλα του Μαδούρου ως παράδειγμα προς αποφυγή. Είναι εύκολο να αναρωτιόμαστε αν ο Σίσι στην Αίγυπτο εξελέγη με όρους που πληρούν τα δυτικά δημοκρατικά πρότυπα. Είναι όμως πολύ πιο δύσκολο να αναμετρηθούμε με τη δική μας αντίφαση: ότι η Αίγυπτος αποτελεί σήμερα τον μοναδικό σταθερό μας σύμμαχο στην Ανατολική Μεσόγειο, την ώρα που εμείς επιλέγουμε σιωπή για όσα θα καταγγέλλαμε απερίφραστα αν συνέβαιναν αλλού. Η γεωπολιτική αναγκαιότητα υπερισχύει της ηθικής συνέπειας – και αυτό, αν μη τι άλλο, απαιτεί ειλικρίνεια.
Το πρόβλημα δεν είναι η ύπαρξη συμμαχιών. Είναι η ψευδαίσθηση ηθικής ανωτερότητας που καλλιεργούμε, χωρίς να έχουμε διασφαλίσει πρώτα την εσωτερική μας επάρκεια. Ένα κράτος που θέλει να μιλά για κράτος δικαίου, θεσμούς και ευρωπαϊκές αξίες, οφείλει να αποδεικνύει καθημερινά ότι μπορεί να προστατεύει τους πολίτες του, να προβλέπει κινδύνους και να επενδύει σε υποδομές πριν αυτές καταρρεύσουν.
Η παραπομπή ή η απειλή παραπομπής σε ευρωπαϊκά όργανα για παρωχημένα συστήματα δεν είναι απλώς μια νομική εκκρεμότητα. Είναι ένας καθρέφτης της θέσης μας στην Ευρώπη. Θέλουμε να ανήκουμε στον πυρήνα των χωρών που διαμορφώνουν πολιτική ή να παραμένουμε στην κατηγορία εκείνων που “τρέχουν” πάντα να καλύψουν χαμένο έδαφος; Η ευρωπαϊκή συμμετοχή δεν είναι μόνο δικαιώματα και χρηματοδοτήσεις. Είναι υποχρεώσεις, έλεγχος και συνεχής αναβάθμιση.
Το επεισόδιο των ραδιοσυχνοτήτων έδειξε επίσης κάτι ακόμη πιο βαθύ: μια κοινωνία που έχει μάθει να ζει με το “παρά λίγο”. Παρά λίγο να μην συμβεί ατύχημα. Παρά λίγο να μη χαθεί ο έλεγχος. Παρά λίγο να μη φανεί η γύμνια του συστήματος. Αυτή η διαρκής συνθήκη οριακότητας δεν είναι ένδειξη ανθεκτικότητας· είναι ένδειξη εξοικείωσης με τη μετριότητα.
Και ίσως εδώ βρίσκεται το πιο κρίσιμο ερώτημα: πού πάμε ως χώρα, όταν δεν μας σοκάρει πια η αποκάλυψη της ανεπάρκειας; Όταν η δημόσια συζήτηση εξαντλείται σε τεχνικές εξηγήσεις και όχι σε πολιτικές ευθύνες; Όταν η κρίση περνά, τα φώτα σβήνουν και όλα επιστρέφουν στη γνωστή, εύθραυστη κανονικότητα;
Η Ελλάδα δεν είναι μια αποτυχημένη χώρα. Είναι όμως μια χώρα που συχνά υπονομεύει τον εαυτό της, επενδύοντας περισσότερο στην εικόνα παρά στην ουσία. Θέλουμε να φαινόμαστε σοβαροί, χωρίς να κάνουμε πάντα τη σοβαρή δουλειά. Θέλουμε να μιλάμε ως Ευρωπαίοι, αλλά διστάζουμε να λειτουργήσουμε με ευρωπαϊκούς όρους συνέπειας και πρόληψης.
Αν κάτι πρέπει να κρατήσουμε από αυτό το περιστατικό, δεν είναι μόνο η ανάγκη τεχνολογικής αναβάθμισης. Είναι η ανάγκη αλλαγής νοοτροπίας. Λιγότερη αυτάρκεια, περισσότερη αυτοκριτική. Λιγότερη ρητορική για το τι κάνουν λάθος οι άλλοι, περισσότερη εστίαση στο τι οφείλουμε να κάνουμε σωστά εμείς. Γιατί καμία χώρα δεν πείθει διεθνώς, αν πρώτα δεν έχει πείσει τους ίδιους τους πολίτες της ότι μπορεί να τους προστατεύσει.
Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν θα ξανασυμβεί μια κρίση. Θα συμβεί. Το ερώτημα είναι αν, την επόμενη φορά, θα είμαστε ένα κράτος που αιφνιδιάζεται – ή ένα κράτος που έχει επιτέλους μάθει να προλαμβάνει.
➪ Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram.





