Θυμάμαι μία σκηνή στο Matrix όπου ένα déjà vu αρκεί για να ραγίσει ολόκληρη την ιδέα της πραγματικότητας. Μια μαύρη γάτα περνά δύο φορές από το ίδιο σημείο και ξαφνικά ο κόσμος παύει να είναι αξιόπιστος. Δεν είναι απλώς κινηματογραφικό εύρημα, αλλά μια υπαρξιακή υποψία που μας ακολουθεί πολύ πριν από τους υπολογιστές, τα data centers και την τεχνητή νοημοσύνη. Το ερώτημα “ζούμε μέσα σε μια προσομοίωση;” δεν είναι τεχνολογικό. Είναι βαθιά φιλοσοφικό κι ενοχλητικά επίκαιρο. 

Η ιδέα δεν γεννήθηκε στη Silicon Valley. Γεννήθηκε στην αρχαία Αθήνα. Ο Πλάτωνας με την αλληγορία του σπηλαίου περιέγραψε ανθρώπους αλυσοδεμένους που έβλεπαν μόνο σκιές και τις περνούσαν για πραγματικότητα. Τους έλειπε η υποψία ότι υπάρχει κάτι πέρα από αυτό που βλέπουν. Αυτή ακριβώς η υποψία είναι ο πυρήνας της σύγχρονης θεωρίας της προσομοίωσης. Ο κόσμος δεν είναι ψεύτικος, αλλά μπορεί να είναι περιορισμένος από ένα σύστημα που δεν αντιλαμβανόμαστε. 

Στις αρχές του 21ου αιώνα, ο φιλόσοφος Νικ Μπόστρομ διατύπωσε με ψυχρή λογική κάτι που μέχρι τότε ανήκε στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας: αν ένας πολιτισμός μπορεί να δημιουργεί άπειρες προσομοιωμένες πραγματικότητες, τότε στατιστικά είναι πιο πιθανό να ζούμε μέσα σε μία από αυτές παρά στη “βασική” πραγματικότητα. Το επιχείρημα δεν στηρίζεται στη μεταφυσική, αλλά στα μαθηματικά της πιθανότητας κι αυτό είναι που το κάνει τόσο ανησυχητικό. 

Η σύγχρονη φυσική αντί να διαψεύδει αυτή την ιδέα συχνά την κάνει πιο δύσκολη να αγνοηθεί. Ορισμένοι επιστήμονες, όπως ο Μέλβιν Βόπσον μιλούν για ένα σύμπαν που λειτουργεί σαν υπολογιστής: με πληροφορία ως θεμελιώδη μονάδα, με νόμους που θυμίζουν αλγοριθμική οικονομία και με όρια που μοιάζουν περισσότερο με constraints συστήματος παρά με φυσικά ατυχήματα. Το γεγονός ότι το σύμπαν μπορεί να περιγραφεί με μαθηματική ακρίβεια δεν αποδεικνύει ότι είναι προσομοίωση, αλλά σίγουρα δεν την αποκλείει. 

Το πιο επικίνδυνο στοιχείο αυτής της θεωρίας δεν είναι αν είναι αληθινή, αλλά ότι είναι σχεδόν αδύνατο να διαψευστεί. Αν ζούμε μέσα σε μια τέλεια προσομοίωση, τότε κάθε πείραμα, κάθε παρατήρηση, κάθε “απόδειξη” είναι ήδη μέρος του συστήματος. Η επιστήμη, που βασίζεται στην επαναληψιμότητα και στη διαψευσιμότητα φτάνει στα όριά της. Όπως και οι φυλακισμένοι στο σπήλαιο, δεν έχουμε πρόσβαση στο έξω. 

Δεν είναι τυχαίο ότι η θεωρία της προσομοίωσης βρίσκει φανατικούς υποστηρικτές στον κόσμο της τεχνολογίας. Άνθρωποι που χτίζουν εικονικούς κόσμους, αλγορίθμους συμπεριφοράς και μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης έχουν κάθε λόγο να πιστεύουν ότι η πραγματικότητα μπορεί να αναπαραχθεί. Όμως εδώ χρειάζεται προσοχή. Όπως επισημαίνουν σκεπτικιστές επιστήμονες μεγάλο μέρος αυτής της συζήτησης εξυπηρετεί και μια πολιτισμική αυταρέσκεια: αν μπορούμε να προσομοιώσουμε τον κόσμο, τότε ίσως κάποιος άλλος το έχει ήδη κάνει. 

Το πραγματικό ερώτημα όμως δεν είναι αν ζούμε σε προσομοίωση. Είναι αν αυτό αλλάζει κάτι. Αν αύριο αποδεικνυόταν ότι ο κόσμος είναι προϊόν ενός κοσμικού server, θα αγαπούσαμε λιγότερο; Θα πονούσαμε λιγότερο; Θα είχε μικρότερη αξία η χαρά, η απώλεια, η δημιουργία; Η ανθρώπινη εμπειρία δεν αντλεί το νόημά της από την πηγή της, αλλά από τη βιωσιμότητά της. Ο πόνος πονά είτε είναι γραμμένος σε κώδικα είτε σε φυσικούς νόμους. 

Ίσως η εμμονή μας με την προσομοίωση να είναι σύμπτωμα μιας εποχής που δυσκολεύεται να πιστέψει στην ίδια την πραγματικότητα. Ζούμε μέσα σε οθόνες, αλγορίθμους, φίλτρα και avatars. Η ζωή μας είναι ήδη υβριδική. Αν ο κόσμος είναι προσομοίωση, τότε το μόνο που μας απομένει είναι να τον ζήσουμε σαν να μην είναι κι αν δεν είναι τότε η ερώτηση αυτή λειτουργεί ως υπενθύμιση ταπεινότητας: ότι η βεβαιότητα είναι πάντα πιο επικίνδυνη από την αμφιβολία. Όπως και να έχει το σπήλαιο δεν σπάει με αποδείξεις, αλλά με το θάρρος να κοιτάξεις τις σκιές και να αναρωτηθείς από που προέρχονται. 

 

 

 

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram.