Η γλώσσα είναι απλώς ένα εργαλείο. Πρώτα σκεφτόμαστε και μετά ντύνουμε τη σκέψη με λέξεις. Όποια γλώσσα κι αν μιλάμε, το μυαλό μας λειτουργεί περίπου με τον ίδιο τρόπο. Η ιδέα αυτή είναι ελκυστική, γιατί μας επιτρέπει να πιστεύουμε πως η παγκόσμια εξάπλωση των αγγλικών είναι ένα τεχνικό ζήτημα επικοινωνίας και όχι κάτι βαθύτερο. Όσο περισσότερο κοιτάζουμε προσεκτικά, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να τη διατηρήσουμε. Αν μια γλώσσα μπορεί να λειτουργήσει ως κοινωνικός ανελκυστήρας, τότε είναι δύναμη. 

Τα αγγλικά είναι αναμφίβολα ισχυρά. Δεν υπήρξε ποτέ άλλη γλώσσα που να χρησιμοποιείται από τόσους πολλούς ανθρώπους, σε τόσα διαφορετικά μέρη, για τόσους διαφορετικούς σκοπούς. Η εξάπλωσή τους σήμερα δεν γίνεται πια με κανόνια και αποικιοκρατία, αλλά με φιλοδοξία, εκπαίδευση, τεχνολογία. Γονείς, πανεπιστήμια, ακτιβιστές, επιχειρήσεις συνεργάζονται σιωπηρά σε αυτό που μοιάζει με παγκόσμια “συμφωνία”: αν θέλεις να συμμετέχεις στον σύγχρονο κόσμο, θα μιλήσεις αγγλικά. 

Αυτή ακριβώς η οικουμενικότητα γεννά τον φόβο. Όχι μόνο για την απώλεια γλωσσών και πολιτισμών, αλλά για κάτι πιο ύπουλο: την ιδέα ότι, μαζί με τη γλώσσα, υιοθετούμε και έναν συγκεκριμένο τρόπο να βλέπουμε την πραγματικότητα. Ο Πιερ Μπουρντιέ μιλούσε για “αγγλοποίηση των νοητικών δομών”. Άλλοι φοβούνται μια ήπια γνωστική αυτοκρατορία, όπου ο κόσμος αρχίζει να σκέφτεται με τις ίδιες κατηγορίες, τα ίδια σχήματα, τις ίδιες μεταφορές. 

Το ερώτημα όμως, δεν είναι αν η γλώσσα επηρεάζει τη σκέψη. Αυτό είναι αυτονόητο. Αν αλλάξω τις λέξεις, αλλάζω και το νόημα. Το πραγματικό ερώτημα είναι πόσο βαθιά φτάνει αυτή η επίδραση. Μας καθορίζει ή απλώς μας κατευθύνει; Εδώ μπαίνει στο παιχνίδι ο παρεξηγημένος Benjamin Lee Whorf. Η ακραία εκδοχή των ιδεών του, ότι χωρίς τη γλώσσα δεν μπορείς καν να σκεφτείς, έχει καταρρεύσει δικαίως. Άνθρωποι χωρίς πρόσβαση στη γλώσσα συνεχίζουν να λύνουν προβλήματα, να σχεδιάζουν, να ξεγελούν ακόμη και τους γύρω τους. Η σκέψη δεν εξαφανίζεται όταν σωπαίνουν οι λέξεις. 

Η γλώσσα μας δίνει ερέθισμα και μας σπρώχνει προς τα μπροστά. Μας μαθαίνει να δίνουμε προσοχή σε ορισμένες διακρίσεις και να αγνοούμε άλλες. Οι Ρώσοι ξεχωρίζουν αποχρώσεις του μπλε πιο γρήγορα επειδή έχουν δύο βασικές λέξεις. Οι ομιλητές της Aymara τοποθετούν το παρελθόν μπροστά τους και το μέλλον πίσω τους και το σώμα τους το δείχνει στις χειρονομίες. Δεν πρόκειται για φιλοσοφικά παιχνίδια, αλλά για καθημερινές, ασυνείδητες συνήθειες της σκέψης. 

Ίσως το πιο αποκαλυπτικό πεδίο είναι η όσφρηση. Οι περισσότεροι αγγλόφωνοι δυσκολεύονται να περιγράψουν μυρωδιές χωρίς να καταφύγουν σε «μοιάζει με…». Αντίθετα, σε γλώσσες όπως των Jahai υπάρχουν αφηρημένες λέξεις για οσμές και οι ομιλητές τους τις χρησιμοποιούν με ακρίβεια και συμφωνία.  

Αν η γλώσσα διαμορφώνει τη σκέψη, τότε η παγκόσμια εξάπλωσή τους θα έπρεπε να οδηγεί σε έναν ενιαίο τρόπο αντίληψης κι όμως συμβαίνει κάτι αντίστροφο. Τα αγγλικά δεν παραμένουν ποτέ “καθαρά”. Στην Ινδία, στη Σιγκαπούρη, στη Δυτική Αφρική, μεταλλάσσονται, απορροφούν τοπικά στοιχεία, χιούμορ, τρόπους ευγένειας, ρυθμούς. Γίνονται ινδικά αγγλικά, Singlish, pidgin. Οι ομιλητές αγγλοποιούν τη γλώσσα. 

Αυτό είναι ίσως το πιο παρηγορητικό συμπέρασμα. Η γλώσσα μας επηρεάζει, αλλά δεν μας καταπίνει. Είναι μια αμφίδρομη σχέση. Οι λέξεις διαμορφώνουν τον νου, αλλά ο νους μέσα στην καθημερινή χρήση διαμορφώνει τις λέξεις. Δεν υπάρχει ένα κέντρο που επιβάλλει έναν τρόπο σκέψης. Υπάρχει μια διαρκής διαπραγμάτευση. 

Το ερώτημα «πόσο διαμορφώνει η γλώσσα τη σκέψη μας;» έχει μια απάντηση λιγότερο δραματική και πιο ανθρώπινη: όσο της επιτρέπουμε και όσο της αντιστεκόμαστε. Η γλώσσα δεν είναι ούτε φυλακή, ούτε απλό εργαλείο. Είναι το πεδίο όπου συναντιούνται η ιστορία, η εξουσία και η καθημερινή μας προσπάθεια να καταλάβουμε τον κόσμο και αυτή η συνάντηση δεν οδηγεί ποτέ σε ένα μόνο αποτέλεσμα. 

*Με στοιχεία από το New Yorker 

 

 

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram.