Tο μέγεθος του σπιτιού παρουσιάζεται συχνά ως ένδειξη επιτυχίας. Περισσότερα τετραγωνικά, περισσότερα δωμάτια, περισσότερες ανέσεις. Έρευνες και προσωπικές αφηγήσεις όμως δείχνουν ότι αυτή η εξίσωση δεν λειτουργεί όπως νομίζαμε. Το ερώτημα «είσαι ευχαριστημένος με το σπίτι σου;» συχνά έχει θετική απάντηση. Το «είσαι ευχαριστημένος με τη ζωή σου;», πολύ λιγότερο. Εκεί ακριβώς αρχίζει να αμφισβητείται το αφήγημα του “μεγαλύτερου = καλύτερου”. 

Η εμπειρία δείχνει ότι όσο τα σπίτια μεγάλωναν, η ευτυχία δεν ακολουθούσε την ίδια πορεία. Μετά από ένα βασικό όριο άνεσης και ασφάλειας, ο επιπλέον χώρος προσφέρει μια σύντομη ικανοποίηση, η οποία σύντομα εξανεμίζεται. Αυτό που μένει είναι το κόστοςοικονομικό, ψυχικό, κοινωνικό. Περισσότερα δάνεια, περισσότερη συντήρηση, μεγαλύτερες αποστάσεις από φίλους και δουλειά, λιγότερος χρόνος για ανθρώπους. 

Αν κοιτάξουμε την Ελλάδα, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Παραδοσιακά οι Έλληνες ζούσαν σε μικρότερα σπίτια, συχνά με περισσότερα άτομα κάτω από την ίδια στέγη. Πολυκατοικίες με διαμερίσματα 70 ή 80 τετραγωνικών, οικογένειες που μοιράζονταν χώρους, αυλές που λειτουργούσαν ως προέκταση του σπιτιού, γειτονιές όπου η ζωή ξεχείλιζε έξω από τους τοίχους. Δεν ήταν ειδυλλιακά όλα αυτά, αλλά υπήρχε μια πυκνότητα σχέσεων που σήμερα λείπει. 

Η κρίση της προηγούμενης δεκαετίας επανέφερε με βίαιο τρόπο αυτή τη λογική της συμπίεσης. Νέοι άνθρωποι επέστρεψαν στο πατρικό, οικογένειες συγκατοίκησαν, τα μεγάλα όνειρα για μονοκατοικίες στα προάστια πάγωσαν. Παρά την οικονομική πίεση, πολλοί ανακάλυψαν ξανά κάτι ξεχασμένο: ότι η εγγύτητα, όσο δύσκολη κι αν είναι γεννά σχέσεις. Το μικρό σπίτι δεν αφήνει χώρο για απομόνωση. Σε αναγκάζει να συναντήσεις τον άλλον, να διαπραγματευτείς, να μοιραστείς. 

Οι κοινωνικές επιστήμες μιλούν για μια “ανεστραμμένη καμπύλη” ευτυχίας. Η πλήρης μοναξιά φθείρει, όπως και ο υπερβολικός συνωστισμός. Κάπου στη μέση, εκεί όπου υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι ώστε να δημιουργείται ζωή αλλά όχι τόσοι ώστε να προκαλείται ασφυξία βρίσκεται το σημείο ισορροπίας. Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτό το σημείο δεν εξαρτάται τόσο από το μέγεθος του σπιτιού, όσο από τις σχέσεις που φιλοξενεί. 

Στην Ελλάδα το σπίτι δεν ήταν ποτέ μόνο ιδιωτικός χώρος, αλλά κόμβος. Το τραπέζι, το μπαλκόνι, η αυλή, το καφενείο της γειτονιάς. Σήμερα όσο τα σπίτια γίνονται πιο “άνετα”, τόσο η ζωή συρρικνώνεται μέσα τους. Δωμάτια που δεν χρησιμοποιούνται, σαλόνια-βιτρίνες, χώροι που υπάρχουν περισσότερο για να δείχνουν κάτι παρά για να ζουν μέσα τους άνθρωποι. Ταυτόχρονα, η καθημερινότητα μετακινείται μακριά: δουλειά, σχολεία, φίλοι, όλα απαιτούν μετακίνηση. Το σπίτι μεγαλώνει, αλλά ο χρόνος μικραίνει. 

Υπάρχει και η παγίδα της σύγκρισης. Δεν μας αρκεί ένα καλό σπίτι, θέλουμε ένα καλύτερο από του διπλανού. Αυτό το φαινόμενο είναι ιδιαίτερα έντονο στα αστικά κέντρα και τα προάστια, όπου η αξία της κατοικίας γίνεται μέτρο κοινωνικής επιτυχίας. Όμως αυτή η κούρσα δεν έχει τερματισμό. Πάντα κάποιος θα έχει μεγαλύτερο σπίτι και τότε η ικανοποίηση εξαφανίζεται. 

Το ζητούμενο είναι επομένως είναι τι είδους ζωή υποστηρίζουν. Ένα μικρό σπίτι σε μια ζωντανή γειτονιά, κοντά σε φίλους, δουλειά και δημόσιους χώρους μπορεί να προσφέρει περισσότερη ευτυχία από ένα μεγάλο σπίτι που απομονώνει. Οι άνθρωποι δίνουν μεγαλύτερη σημασία στην προσβασιμότητα, την κοινότητα και την εγγύτητα παρά στο ίδιο το μέγεθος της κατοικίας. 

Αντί να αναρωτιόμαστε «πόσα τετραγωνικά χρειάζομαι;», αξίζει να ρωτήσουμε «τι χώρο χρειάζονται οι σχέσεις μου για να αναπνεύσουν;». Η ευτυχία δεν μετριέται με χάρακα. Μετριέται με το αν το σπίτι σου λειτουργεί ως καταφύγιο ζωής ή ως αποθήκη πραγμάτων. και σε αυτό το μέτρο τα μικρότερα σπίτια, στην Ελλάδα και αλλού μπορεί να αποδειχθούν πιο γενναιόδωρα απ’ όσο νομίζαμε. 

*Mε στοιχεία από τους NYT 

 

 

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram.