Η τύχη παρουσιάζεται συνήθως σαν μια μυστική κατανομή που έγινε κάπου αλλού, χωρίς εμάς παρόντες. Κάποιοι γεννήθηκαν τυχεροί, άλλοι όχι. Κάποιοι πέφτουν πάνω στις ευκαιρίες, κάποιοι τις βλέπουν να περνούν. Αυτή η αφήγηση είναι παλιά και αντέχει στον χρόνο, γιατί προσφέρει ανακούφιση. Αν η τύχη είναι εξωτερική δύναμη, τότε δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε πολλά. Ούτε τις αποτυχίες μας, ούτε τις καθυστερήσεις μας, ούτε τα «γιατί όχι εγώ». 

Όταν κοιτάξει κανείς πιο προσεκτικά τις ζωές των ανθρώπων που χαρακτηρίζονται “τυχεροί”, κάτι δεν κολλάει. Δεν είναι πάντα οι πιο προικισμένοι, ούτε οι πιο έξυπνοι, ούτε καν οι πιο εργατικοί. Είναι συνήθως οι πιο ανοιχτοί, εκείνοι που κινούνται, που εκτίθενται, που αντέχουν λίγο περισσότερο την αβεβαιότητα. Υπάρχουν γεγονότα που μοιάζουν να διαψεύδουν κάθε θεωρία περί “κατασκευασμένης τύχης”. Άνθρωποι που βρέθηκαν στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή. Ή στο σωστό μέρος με τρόπο αδιανόητο.  

Η επιστημονική ματιά στη λεγόμενη τύχη δεν μιλά για θαύματα. Μιλά για προσοχή, για στάση ζωής, για προσδοκία. Άνθρωποι που θεωρούν τον εαυτό τους άτυχο τείνουν να ζουν σε κατάσταση άγχους και το άγχος έχει μια περίεργη κατάσταση: “στενεύει” τον κόσμο. Σε κάνει να κοιτάς μόνο αυτό που φοβάσαι. Όταν είσαι έτσι, δε βλέπεις τίποτα απρόβλεπτο. Δεν αναγνωρίζεις την ευκαιρία όταν εμφανίζεται, γιατί δεν μοιάζει με αυτό που περίμενες. 

Αντίθετα, οι “τυχεροί” άνθρωποι έχουν άλλου είδους προσοχή. Δε σημαίνει ότι είναι αφελείς ή αδιάφοροι. Σημαίνει ότι δεν είναι εγκλωβισμένοι σε ένα μόνο σενάριο. Παρατηρούν περισσότερο, ακούνε, μιλούν, συναντούν κόσμο. Η τύχη χρειάζεται επαφή για να υπάρξει, δε συμβαίνει στο κενό. 

Ένα δεύτερο στοιχείο είναι η προσδοκία. Όταν μπαίνεις σε μια κατάσταση περιμένοντας το χειρότερο, το σώμα σου το δείχνει. Η φωνή, η στάση, η απόσταση. Οι άλλοι το αντιλαμβάνονται και συχνά σου επιστρέφουν αυτό που ήδη φοβόσουν. Η τύχη εδώ λειτουργεί σαν καθρέφτης. Το πιο κρίσιμο όμως στοιχείο είναι η ανθεκτικότητα. Οι τυχεροί άνθρωποι δεν αποφεύγουν τις αποτυχίες. Απλώς δεν τις αφήνουν να τους παγώσουν. Δε μετατρέπουν ένα κακό αποτέλεσμα σε συνολική ετυμηγορία για τον εαυτό τους. Λένε «αυτό δεν πήγε καλά», όχι «εγώ δεν πάω καλά». Αυτή η λεπτή διαφορά καθορίζει αν θα συνεχίσεις να κινείσαι ή αν θα αποσυρθείς. 

Αν δεχτούμε ότι η τύχη δεν είναι στατική, τότε αλλάζει και η ευθύνη μας απέναντί της. Δεν μπορούμε να ελέγξουμε τα πάντα, αλλά μπορούμε να αυξήσουμε τις πιθανότητες. Οι τυχεροί άνθρωποι ζουν σαν να δοκιμάζουν. Κάνουν περισσότερα μικρά πειράματα. Μιλούν με περισσότερους ανθρώπους, αλλάζουν διαδρομές, παίρνουν πρωτοβουλίες χαμηλού ρίσκου. Δεν περιμένουν να ευθυγραμμιστούν όλα για να ξεκινήσουν. 

Η ρουτίνα είναι ο μεγαλύτερος εχθρός της τύχης. Αν οι μέρες σου είναι ίδιες, τότε και τα αποτελέσματα τείνουν να είναι ίδια. Μικρές αποκλίσεις αρκούν για να αλλάξει κάτι. Ένας άλλος δρόμος, μια καθυστέρηση, μια κουβέντα που συνήθως δεν θα έκανες. Η τύχη δεν εμφανίζεται απαραίτητα ως μεγάλη ευκαιρία, συχνά ξεκινά σαν λεπτομέρεια που πρέπει να αντιληφθείς. Πολλοί άνθρωποι έχουν στιγμές τύχης, αλλά δεν τις καταγράφουν, τις θεωρούν ασήμαντες ή αυτονόητες. Όταν αρχίζεις να παρατηρείς τι πήγε καλά μέσα στη μέρα, ο εγκέφαλος εκπαιδεύεται να το εντοπίζει, επειδή αλλάζει η ανάγνωσή της. 

Άρα, φτιάχνουμε μόνοι μας την τύχη μας; Όχι απόλυτα. Υπάρχουν πράγματα που δεν εξαρτώνται από εμάς, όμως δημιουργούμε το έδαφος στο οποίο μπορεί να εμφανιστεί. Η τύχη είναι σχέση με τον κόσμο, με τους άλλους, με την αβεβαιότητα. Όσο περισσότερο κινείσαι, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να τη συναντήσεις, επειδή ήσουν εκεί όταν πέρασε. 

*Mε στοιχεία από το Psychology Today 

 

 

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram.