Για χρόνια η ακροδεξιά στην Ευρώπη παρουσιαζόταν σαν εξαίρεση. Ένα ατύχημα της ιστορίας, ένα “λάθος” που θα διορθωθεί, μια παρένθεση που δεν θα κρατήσει. Η Τζόρτζια Μελόνι όμως δε βλέπει τον εαυτό της σαν παρένθεση κι αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο της διαδρομής της: σταμάτησε να φωνάζει αφού εκλέχθηκε, δε γκρέμισε θεσμούς, συνθηκολόγησε με έναν τροπο κι έκανε κάτι πολύ πιο σημαντικό για την παγκόσμια ακροδεξιά, την κανονικοποίησε. 

Η Μελόνι δεν προσπάθησε να κρύψει την ιδεολογική της καταγωγή, την αναδιατύπωσε προσαρμοσμένη στις επιταγές της εποχής. Δεν αποκήρυξε την ακροδεξιά, την εξευγένισε. Την έντυσε με λέξεις όπως “πατρίδα”, “οικογένεια”, “τάξη”, “ασφάλεια”, “ρεαλισμός”. Έμαθε να μιλά τη γλώσσα της αγοράς και των Βρυξελλών χωρίς να εγκαταλείπει τον σκληρό πυρήνα της πολιτικής της. Το αποτέλεσμα; Μια κυβέρνηση που δε μοιάζει επικίνδυνη, αλλά αλλάζει σταδιακά το τι θεωρείται αποδεκτό. 

Αυτό ακριβώς είναι το μοντέλο που σήμερα παρατηρούν με προσοχή στη Γαλλία, στη Γερμανία, αλλά και στην Ελλάδα, στο επίπεδο της ενσωμάτωσης. Αναζητούν μία φόρμουλα ομαλής μετάβασης που δε θα τρομάξει. Με ένα σύνθημα του τύπου «ερχόμαστε να βάλουμε τάξη». Η ακροδεξιά δε ζητά πια άδεια να μπει στο σαλόνι, έχει ήδη αλλάξει τη διακόσμηση. 

Στη Γαλλία, η Λεπέν εδώ και χρόνια ακολουθεί την ίδια στρατηγική αποτοξίνωσης. Λιγότερες κραυγές, περισσότερα κοστούμια και σοβαροφάνεια. Λιγότερη ρητορική μίσους στο προσκήνιο, περισσότερη “κοινωνική ευαισθησία” στα χαρτιά. Το ιταλικό παράδειγμα δείχνει ότι δε χρειάζεται να κερδίσεις την απόλυτη πλειοψηφία για να κερδίσεις τη μάχη των ιδεών, αρκεί να πείσεις ότι δεν είσαι πια επικίνδυνος. 

Στη Γερμανία η κατάσταση είναι πιο σύνθετη λόγω ιστορικού βάρους, αλλά το βλέμμα είναι εκεί. Η AfD δεν κυβερνά, όμως πιέζει το σύστημα τόσο ώστε οι παραδοσιακές δυνάμεις να μετακινούνται και παράλληλα αυξάνει τα ποσοστά του. Όταν το “ακραίο” γίνεται καθημερινή συζήτηση, τότε το “συντηρητικό” μετατοπίζεται προς τα δεξιά χωρίς να το καταλαβαίνει. Αυτό είναι ίσως το πιο ύπουλο αποτέλεσμα της κανονικοποίησης: δε χρειάζεται να νικήσεις για να αλλάξεις τον άξονα. 

Η Ελλάδα δεν είναι εξαίρεση. Απλώς έχει μια ιδιαιτερότητα: η ακροδεξιά εδώ δεν εμφανίζεται πάντα ως αυτόνομη δύναμη. Συχνά ενσωματώνεται, λειτουργεί παρασιτικά μέσα σε μεγαλύτερα κόμματα, μέσα σε λόγους περί “νόμου και τάξης”, “εθνικής απειλής”, “κανονικότητας”. Το ιταλικό μοντέλο δείχνει ότι δεν απαιτείται πάντα να φτιάξεις κάτι νέο, αρκεί να μετακινήσεις τα όρια του επιτρεπτού. 

Η επιτυχία της Μελόνι δεν οφείλεται μόνο στην ίδια. Οφείλεται και στην αποτυχία του λεγόμενου “κέντρου”. Για χρόνια τα κεντρώα και κεντροαριστερά κόμματα απάντησαν στην ακροδεξιά είτε με ηθικό πανικό είτε με σιωπή. Άφησαν έννοιες όπως ασφάλεια, σύνορα, κοινωνική συνοχή αποκλειστικά στα χέρια της δεξιάς. Όταν τελικά προσπάθησαν να τις ξαναπιάσουν, είχαν ήδη βρει τρένο να επιβιβαστούν. 

Η Μελόνι κατάλαβε κάτι κρίσιμο: οι κοινωνίες δεν μετακινούνται μόνο από ιδεολογία, αλλά από αίσθηση σταθερότητας. Πρόσφερε ένα αφήγημα “ηρεμίας” σε έναν κόσμο διαρκούς κρίσης. Δεν υποσχέθηκε ευτυχία, αλλά έλεγχο και σε περιόδους φόβου, αυτό αρκεί. Το πρόβλημα δεν είναι ότι αυτό το μοντέλο αντιγράφεται. Το πρόβλημα είναι ότι λειτουργεί. Λειτουργεί γιατί δεν παρουσιάζεται ως ρήξη, αλλά ως συνέχεια, επειδή δε ζητά από τους πολίτες να γίνουν κάτι άλλο, απλώς να αποδεχτούν ότι “έτσι είναι ο κόσμος”, ότι οι ανισότητες είναι φυσικές, οι αποκλεισμοί αναγκαίοι, η αυστηρότητα αρετή. 

Η κανονικοποίηση της ακροδεξιάς δεν έρχεται με στρατιωτικά άρβυλα, αλλά με υπουργικά χαμόγελα, με δηλώσεις περί “λογικής”, με τη ρητορική της ευθύνης κι αυτό την κάνει πιο δύσκολο αντίπαλο, γιατί δεν μπορείς να την καταγγείλεις μόνο. Πρέπει να την αποδομήσεις, να δείξεις ότι πίσω από την ομαλότητα κρύβεται ένας κόσμος πιο στενός, πιο άνισος, πιο σκληρός. 

Το ιταλικό παράδειγμα δεν είναι απλώς ένα εθνικό φαινόμενο, αλλά ένα ολόκληρο εγχειρίδιο που αξίζει μελέτης σε βάθος και πιθανών συνδέσεων με το 1930. Όσο δεν υπάρχει μια πειστική, προοδευτική απάντηση που να μιλά για ασφάλεια χωρίς φόβο, για ταυτότητα χωρίς αποκλεισμό, για σταθερότητα χωρίς αυταρχισμό, τόσο αυτό το εγχειρίδιο θα κυκλοφορεί και θα διαβάζεται επιφανειακά, δίχως δεύτερη ανάγνωση πετυχαίνοντας τον στόχο του. 

 

 

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram