Η υπόθεση του δεξαμενόπλοιου “Bella-1” δεν είναι ένα ακόμη επεισόδιο επιβολής κυρώσεων. Είναι ένα σύμπτωμα της μετάβασης του διεθνούς συστήματος σε μια πιο ωμή, πιο ασταθή και πιο επικίνδυνη φάση, όπου η στρατιωτική ισχύς επιχειρεί να υποκαταστήσει τη διπλωματία και το διεθνές δίκαιο εργαλειοποιείται επιλεκτικά. Η απόπειρα των Ηνωμένων Πολιτειών να κατασχέσουν πλοίο που συνδέεται με τη Βενεζουέλα, έπειτα από καταδίωξη άνω των δύο εβδομάδων στον Ατλαντικό, αποκαλύπτει με εντυπωσιακή σαφήνεια τα όρια, αλλά και τις αντιφάσεις της σύγχρονης αμερικανικής στρατηγικής ισχύος.
Σε γεωπολιτικό επίπεδο, η επιχείρηση αυτή εντάσσεται στη λογική της θαλάσσιας επιβολής κυρώσεων, μια πρακτική που μετατρέπει τις διεθνείς θάλασσες από κοινό αγαθό σε πεδίο στρατηγικού ανταγωνισμού. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, ως η κυρίαρχη ναυτική δύναμη του πλανήτη, θεωρούν ότι διαθέτουν όχι μόνο τη δυνατότητα αλλά και το δικαίωμα να επιβάλλουν τις μονομερείς τους κυρώσεις πέρα από τα όρια της επικράτειάς τους. Αυτό, ωστόσο, συνιστά μια de facto αναθεώρηση της αρχής της ελεύθερης ναυσιπλοΐας, η οποία αποτελεί θεμέλιο του διεθνούς δικαίου από τον 17ο αιώνα.
Η χρήση του Λιμενικού Σώματος σε συνεργασία με τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις δεν είναι τυχαία. Πρόκειται για μια συνειδητή επιλογή «χαμηλής έντασης στρατιωτικοποίησης», που επιτρέπει στην Ουάσινγκτον να προβάλλει ισχύ χωρίς να αναλαμβάνει επίσημα την πολιτική ευθύνη μιας στρατιωτικής επιχείρησης. Είναι μια γκρίζα ζώνη, όπου η επιβολή νόμου και η στρατιωτική δράση συγχέονται. Αυτή η στρατηγική, όμως, έχει σοβαρές συνέπειες: θολώνει τα όρια μεταξύ ειρήνης και σύγκρουσης και καθιστά κάθε εμπορικό πλοίο δυνητικό στόχο.
Η περίπτωση της Βενεζουέλας προσδίδει στην υπόθεση ιδιαίτερο βάρος. Η χώρα αποτελεί εδώ και χρόνια πεδίο σύγκρουσης μεγάλων δυνάμεων, με τις ΗΠΑ να επιδιώκουν την οικονομική και πολιτική της απομόνωση και τη Ρωσία —μαζί με την Κίνα— να λειτουργούν ως στρατηγικοί της υποστηρικτές. Το “Bella-1” δεν είναι απλώς ένα πλοίο· είναι κρίκος σε μια αλυσίδα ενεργειακών και γεωπολιτικών συμφερόντων. Η απόπειρα κατάσχεσής του στέλνει μήνυμα όχι μόνο στο Καράκας, αλλά και στη Μόσχα: οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι διατεθειμένες να μεταφέρουν τη σύγκρουση στις θάλασσες.
Αυτό ακριβώς είναι το επικίνδυνο σημείο. Όταν ένας Αμερικανός αξιωματούχος αναγνωρίζει ότι η υπόθεση μπορεί να προκαλέσει ένταση με τη Ρωσία, ουσιαστικά παραδέχεται ότι το κόστος της επιχείρησης μπορεί να ξεπεράσει το όφελος. Σε έναν κόσμο πολλαπλών κρίσεων —Ουκρανία, Μέση Ανατολή, Ειρηνικός— η σκόπιμη πρόκληση νέων σημείων τριβής δεν αποτελεί στρατηγική σταθερότητας, αλλά επιλογή ρίσκου.
Σε πολιτικό επίπεδο, η υπόθεση αποκαλύπτει τη βαθιά κρίση αποτελεσματικότητας των κυρώσεων ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής. Παρά τις δεκαετίες εμπειρίας, οι κυρώσεις σπάνια επιτυγχάνουν τον διακηρυγμένο στόχο τους: την αλλαγή συμπεριφοράς ενός καθεστώτος. Αντιθέτως, οδηγούν στη δημιουργία παράλληλων δικτύων, γκρίζων αγορών και στρατηγικών αποφυγής. Το γεγονός ότι το “Bella-1” κατάφερε να ξεφύγει από το αμερικανικό μπλόκο είναι ενδεικτικό: ακόμη και η ισχυρότερη ναυτική δύναμη αδυνατεί να ελέγξει πλήρως τις παγκόσμιες θαλάσσιες ροές.
Αυτό εγείρει ένα κρίσιμο ερώτημα πολιτικής λογικής: αν οι κυρώσεις απαιτούν στρατιωτική καταδίωξη για να εφαρμοστούν, μήπως έχουν ήδη αποτύχει; Η μετατροπή της επιβολής κυρώσεων σε επιχείρηση καταδίωξης δεν ενισχύει την αξιοπιστία τους· την αποδυναμώνει. Δείχνει ότι το σύστημα χρειάζεται καταναγκασμό για να λειτουργήσει — και αυτό είναι ένδειξη δομικής αποτυχίας, όχι ισχύος.
Η οικονομική διάσταση είναι εξίσου αποκαλυπτική. Το πετρέλαιο παραμένει κεντρικός πυλώνας της παγκόσμιας οικονομίας, και τα δεξαμενόπλοια είναι οι αρτηρίες της. Η στοχοποίησή τους δεν επηρεάζει μόνο τα κράτη υπό κυρώσεις, αλλά ολόκληρη την παγκόσμια αγορά. Κάθε τέτοιο επεισόδιο αυξάνει το ρίσκο, ανεβάζει τα ασφάλιστρα, διαταράσσει τις εφοδιαστικές αλυσίδες και εντείνει την ενεργειακή αβεβαιότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, επιχειρώντας να ελέγξουν τη ροή ενέργειας, υπονομεύουν έμμεσα τη σταθερότητα της ίδιας της παγκόσμιας οικονομίας που ισχυρίζονται ότι προστατεύουν.
Πέρα από τα άμεσα οικονομικά αποτελέσματα, υπάρχει και το ζήτημα του προηγούμενου. Αν οι ΗΠΑ θεωρούν θεμιτό να καταδιώκουν και να επιχειρούν κατάσχεση πλοίων σε διεθνή ύδατα, τι εμποδίζει άλλες δυνάμεις να πράξουν το ίδιο; Η Ρωσία, η Κίνα ή περιφερειακές δυνάμεις θα μπορούσαν να επικαλεστούν ανάλογες «κυρώσεις» ή «εθνικά συμφέροντα». Το αποτέλεσμα θα ήταν ένας κόσμος όπου οι θάλασσες δεν διέπονται από κανόνες, αλλά από ισχύ. Και αυτός είναι ο ορισμός της διεθνούς ανασφάλειας.
Η υπόθεση “Bella-1” αποκαλύπτει, τελικά, κάτι βαθύτερο: τη μετάβαση από μια διεθνή τάξη βασισμένη σε κανόνες σε μια τάξη βασισμένη στην επιβολή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να διατηρήσουν την ηγεμονία τους μέσω στρατιωτικής και οικονομικής πίεσης, αλλά κάθε τέτοια κίνηση φθείρει τη νομιμοποίηση αυτής της ηγεμονίας. Η ισχύς χωρίς συναίνεση δεν είναι σταθερή· είναι προσωρινή και εύθραυστη.
Ως ένας απλό παρατηρήτης, θα μπορούσα να πώ ότι η απόπειρα κατάσχεσης του “Bella-1” δεν είναι ένδειξη αποφασιστικότητας εκ μέρους των ΗΠΑ, αλλά σημάδι στρατηγικής αμηχανίας. Δεν δείχνει έλεγχο, αλλά άγχος απώλειας ελέγχου. Σε έναν πολυπολικό κόσμο, η ωμή ισχύς δεν αρκεί για να επιβάλει τάξη. Αντίθετα, κινδυνεύει να επιταχύνει το χάος. Και αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα πίσω από ένα δεξαμενόπλοιο που διέφυγε: όχι ένα φορτίο πετρελαίου, αλλά η ίδια η αρχιτεκτονική της διεθνούς ασφάλειας.
➪ Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram.





