Η έκδοση διετών NAVTEX από την Τουρκία στο Αιγαίο δεν μπορεί να διαβαστεί ως μια ακόμη τεχνική πράξη ή ως μια συνηθισμένη διπλωματική ενόχληση ρουτίνας. Πρόκειται για μια ψυχρά υπολογισμένη στρατηγική επιλογή, που δεν αποσκοπεί στην πρόκληση άμεσης κρίσης αλλά στη σταδιακή αλλοίωση του πλαισίου μέσα στο οποίο αντιλαμβανόμαστε το Αιγαίο, εντός και εκτός Ελλάδας. Η διετής διάρκεια δεν είναι λεπτομέρεια ούτε γραφειοκρατική υπερβολή. Είναι το ίδιο το πολιτικό μήνυμα. Η Άγκυρα δηλώνει χωρίς βιασύνη αλλά με απόλυτη σαφήνεια ότι έχει χρόνο, αντοχές και πρόθεση να παραμείνει παρούσα με τρόπο μόνιμο, θεσμικό και κανονικοποιημένο.

Η Τουρκία έχει αντιληφθεί ότι οι εντάσεις τύπου 2020, με φρεγάτες, ρητορικές εξάρσεις και εικόνες οριακής σύγκρουσης, λειτουργούν τελικά υπέρ της Ελλάδας. Προκαλούν συσπείρωση, διεθνή κινητοποίηση και σαφή τοποθέτηση τρίτων. Αντιθέτως, η διαρκής χαμηλής έντασης πίεση κουράζει, εξοικειώνει και τελικά απονευρώνει τις αντιδράσεις. Οι διετείς NAVTEX λειτουργούν ακριβώς έτσι. Δεν προκαλούν συναγερμό, δεν επιβάλλουν άμεση απάντηση υψηλού τόνου, αλλά εγκαθιστούν την αμφισβήτηση ως κάτι που απλώς «υπάρχει» στο φόντο της καθημερινότητας. Και αυτή η εξοικείωση με το παράλογο είναι πολύ πιο επικίνδυνη από μια ανοιχτή κρίση.

Με τις συγκεκριμένες Αγγελίες η Άγκυρα επιχειρεί να παγιώσει διοικητικά τις διεκδικήσεις της στο μισό Αιγαίο και να παρουσιάσει τη θεωρία περί δήθεν αποστρατιωτικοποίησης 23 ελληνικών νησιών όχι ως αντικείμενο διαφωνίας αλλά ως πάγια πραγματικότητα. Ο αόριστος χαρακτήρας των διατυπώσεων δεν είναι αδυναμία ούτε προχειρότητα. Είναι εργαλείο. Όσο πιο γενικό το κείμενο, τόσο πιο δύσκολο να καταρριφθεί επικοινωνιακά. Και τόσο πιο εύκολα μπορεί να επανεμφανιστεί σε συμμαχικά φόρα, τεχνικές επιτροπές και έγγραφα εργασίας ως «καταγεγραμμένη θέση», ανεξάρτητα από το αν έχει νομική βάση.

Η εμμονή στο ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησης δεν αφορά το διεθνές δίκαιο. Αφορά την πολιτική πίεση και τη διεθνή εντύπωση. Η Τουρκία επικαλείται επιλεκτικά συνθήκες, αποσιωπώντας επιμελώς το δικαίωμα αυτοάμυνας και αγνοώντας τη δική της στρατιωτική πραγματικότητα απέναντι από τα νησιά. Δεν την ενδιαφέρει η νομική συνοχή των επιχειρημάτων της. Την ενδιαφέρει η φθορά της ελληνικής θέσης μέσω επανάληψης, η μετατροπή ενός νομικά αβάσιμου ισχυρισμού σε μόνιμο ερώτημα.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η επιμονή στη δικαιοδοσία ανατολικά του 25ου Μεσημβρινού. Εδώ η Τουρκία δεν περιμένει διάλογο ούτε διαπραγμάτευση. Καταγράφει μονομερώς αξιώσεις, με στόχο να εμφανίζονται στον χρόνο ως πάγιες, σχεδόν αυτονόητες. Η λογική είναι απλή και κυνική: ό,τι επαναλαμβάνεται διοικητικά, ό,τι παραμένει σε ισχύ για χρόνια, κάποια στιγμή παύει να φαίνεται ακραίο και αρχίζει να αντιμετωπίζεται ως «μια από τις δύο απόψεις».

Το ΝΑΤΟ αποτελεί κρίσιμο πεδίο αυτής της στρατηγικής. Οι NAVTEX δεν απευθύνονται μόνο στη διεθνή ναυτιλία αλλά λειτουργούν και ως εργαλεία καταγραφής θέσεων εντός της Συμμαχίας. Η Άγκυρα γνωρίζει ότι η αυξημένη γεωπολιτική της σημασία της δίνει περιθώρια ελιγμών και ανοχές. Δεν επιδιώκει ρήξη ούτε ανοιχτή σύγκρουση. Επιδιώκει να αφήνει ίχνη, να συσσωρεύει έγγραφα, να επιβάλλει τη διαρκή παρουσία της άποψής της, ακόμη και όταν αυτή αμφισβητείται.

Για την Ελλάδα το πρόβλημα δεν είναι επιχειρησιακό. Είναι βαθιά στρατηγικό και αφηγηματικό. Η απάντηση με αντίστοιχες Αγγελίες και διπλωματικές διαμαρτυρίες είναι απολύτως αναγκαία αλλά από μόνη της ανεπαρκής. Όταν η μία πλευρά παίζει με διάρκεια και υπομονή και η άλλη με αντανακλαστικά και διαχείριση στιγμής, το αποτέλεσμα είναι προβλέψιμο. Η Ελλάδα κινδυνεύει να εμφανίζεται διαρκώς ως αμυνόμενη, ακόμη και όταν έχει το διεθνές δίκαιο με το μέρος της.

Ο διάλογος σε αυτό το πλαίσιο αποκτά μια επικίνδυνη διττή φύση. Από τη μία είναι απαραίτητος για τη διαχείριση της έντασης και την αποφυγή ατυχημάτων. Από την άλλη, όταν συνοδεύεται από μονομερείς πράξεις μεγάλης διάρκειας, κινδυνεύει να λειτουργήσει ως άλλοθι. Διάλογος χωρίς σαφές πλαίσιο, χωρίς ξεκάθαρες κόκκινες γραμμές και χωρίς σταθερή στρατηγική αφήγηση μετατρέπεται εύκολα σε μηχανισμό απορρόφησης πίεσης και όχι σε εργαλείο επίλυσης διαφορών.

Δεν είναι τυχαία και η αναφορά στη Λιβύη. Η Τουρκία δείχνει ότι θέλει να εξάγει το μοντέλο της διοικητικής αμφισβήτησης. Να αποδείξει ότι μπορεί να δημιουργεί τετελεσμένα χωρίς κρίση, χωρίς θόρυβο, χωρίς άμεσο κόστος. Το Αιγαίο λειτουργεί ως εργαστήριο αυτής της τακτικής, ως πεδίο δοκιμής μιας στρατηγικής φθοράς που βασίζεται στον χρόνο και όχι στην ένταση.

Οι διετείς NAVTEX δεν αλλάζουν το νομικό καθεστώς του Αιγαίου. Αυτό είναι σαφές. Όμως επιχειρούν να αλλάξουν τη συνείδηση γύρω από αυτό. Να μετατρέψουν το παράλογο σε γνώριμο και το αμφισβητούμενο σε συνηθισμένο. Εκεί ακριβώς βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος. Η Ελλάδα καλείται να αποφασίσει αν θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει τέτοιες κινήσεις ως μεμονωμένα επεισόδια ή αν θα τις δει ως αυτό που πραγματικά είναι: μια μακρόπνοη στρατηγική φθοράς που απαιτεί εξίσου μακρόπνοη, συνεπή και επιθετικά διατυπωμένη απάντηση.