Όσο βαθιά κι αν ψάξει κανείς στις δηλώσεις της επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Κάγια Κάλλας, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αυτό που προκύπτει δεν είναι απλώς μια γεωπολιτική ανάλυση, αλλά ένα επείγον καμπανάκι. «Κανένα κράτος δεν έχει το δικαίωμα να καταλαμβάνει το έδαφος ενός άλλου. Ούτε στην Ουκρανία, ούτε στη Γροιλανδία, ούτε οπουδήποτε αλλού», τόνισε με έμφαση, υπενθυμίζοντας μια θεμελιώδη αρχή του διεθνούς δικαίου που, στον 21ο αιώνα, μοιάζει να χρειάζεται διαρκή επανάληψη για να μην ξεχαστεί.
Στην ίδια ομιλία, η Κάλλας αναγνώρισε τη «διαρκώς αυξανόμενη στρατηγική σημασία της Γροιλανδίας», επισημαίνοντας ότι η γεωγραφική της θέση «την καθιστά κρίσιμο σημείο για συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης, ιδίως σε περίπτωση πυραυλικής απειλής από τη Ρωσία». Παράλληλα, υπογράμμισε πως «οι γεωπολιτικές εντάσεις και ο γεωοικονομικός ανταγωνισμός στην Αρκτική απαιτούν από την Ευρωπαϊκή Ένωση, σε συνεργασία με τους εταίρους της, να αντιδράσει», προσθέτοντας ότι η ευρωπαϊκή απάντηση «οφείλει να είναι ρεαλιστική και να βασίζεται σε αρχές, με οδηγό το διεθνές δίκαιο».
Και εδώ ακριβώς αρχίζει η αντίφαση. Διότι όσο ξεκάθαρες κι αν είναι οι δηλώσεις, το χάσμα ανάμεσα στη ρητορική και την πράξη παραμένει ανησυχητικά μεγάλο. Το διεθνές δίκαιο δεν δημιουργήθηκε για να λειτουργεί επιλεκτικά ούτε για να εφαρμόζεται μόνο όταν εξυπηρετεί τους ισχυρούς. Δημιουργήθηκε για να τους περιορίζει. Σήμερα, όμως, μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε διακοσμητική επίκληση, χρήσιμη για λόγους πολιτικής νομιμοποίησης, αλλά ανίσχυρη μπροστά στα πραγματικά συμφέροντα.
Η Γροιλανδία, όπως και η Ουκρανία, δεν είναι απλώς ένα σημείο στον χάρτη. Είναι σύμβολα ενός κόσμου όπου η στρατηγική αξία αρχίζει να υπερισχύει της κυριαρχίας. Όταν μια περιοχή χαρακτηρίζεται πρωτίστως ως «κόμβος», «ασπίδα» ή «κρίσιμο γεωστρατηγικό σημείο», τότε ανοίγει επικίνδυνα ο δρόμος για τη σκέψη ότι η αυτοδιάθεσή της είναι διαπραγματεύσιμη.
Η Κάλλας έχει δίκιο όταν δηλώνει ότι «κανένα κράτος δεν έχει το δικαίωμα να καταλαμβάνει το έδαφος ενός άλλου». Όμως η δήλωση αυτή ακούγεται διαφορετικά σε έναν κόσμο όπου οι ίδιες οι μεγάλες δυνάμεις δοκιμάζουν συνεχώς τα όρια της νομιμότητας, άλλοτε με στρατιωτική βία, άλλοτε με οικονομική πίεση και άλλοτε με «στρατηγικές συμφωνίες» που υπονομεύουν σιωπηρά την κυριαρχία μικρότερων παικτών.
Η αναφορά της Ουκρανίας δίπλα στη Γροιλανδία δεν είναι τυχαία. Στην πρώτη περίπτωση, η παραβίαση είναι ωμή, αιματηρή και αδιαμφισβήτητη. Στη δεύτερη, η απειλή είναι πιο έμμεση, πιο σύγχρονη, πιο «καθαρή» επικοινωνιακά. Δεν εκδηλώνεται με τανκς, αλλά με ενδιαφέρον, επενδύσεις, στρατιωτικές παρουσίες και γεωπολιτικούς υπολογισμούς. Και ίσως γι’ αυτό να είναι ακόμη πιο επικίνδυνη.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να απαντήσει σε έναν κόσμο όπου η Αρκτική μετατρέπεται σε νέο πεδίο ανταγωνισμού, όπου οι φυσικοί πόροι, οι θαλάσσιες οδοί και η στρατιωτική επιτήρηση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από τις ίδιες τις αρχές που υποτίθεται ότι διέπουν τη διεθνή τάξη. Όμως η Ευρώπη δεν μπορεί να μιλά για διεθνές δίκαιο μόνο όταν αυτό εξυπηρετεί το αφήγημά της.
Η λέξη «ρεαλισμός», που χρησιμοποίησε η Κάλλας, είναι κρίσιμη. Διότι ο ρεαλισμός δεν μπορεί να είναι συνώνυμο της ανοχής. Δεν μπορεί να σημαίνει αποδοχή μιας πραγματικότητας όπου η ισχύς επιβάλλεται και οι αρχές ακολουθούν. Αν συμβεί αυτό, τότε το διεθνές δίκαιο παύει να είναι εργαλείο ειρήνης και μετατρέπεται σε ρητορικό άλλοθι.
Στο τέλος της ημέρας, το διακύβευμα δεν είναι αν η Γροιλανδία είναι στρατηγικά σημαντική — είναι. Το ερώτημα είναι αν η στρατηγική σημασία ενός τόπου μπορεί να υπερισχύσει της κυριαρχίας και της αυτοδιάθεσής του. Και αυτό είναι ένα ερώτημα που αφορά όλον τον κόσμο.
Διότι αν αποδεχτούμε ότι υπάρχουν περιοχές «πολύ σημαντικές για να αφεθούν ήσυχες», τότε ανοίγουμε την πόρτα σε έναν κόσμο όπου τα σύνορα επαναχαράσσονται όχι με βάση το δίκαιο, αλλά με βάση το συμφέρον. Έναν κόσμο όπου οι δηλώσεις αρχών, όσο σωστές κι αν είναι, δεν αρκούν για να συγκρατήσουν την ισχύ.
Η Ευρώπη καλείται να αποδείξει ότι οι λέξεις της έχουν βάρος. Ότι το «όχι στην κατάληψη εδαφών» δεν είναι απλώς μια καλοδιατυπωμένη φράση, αλλά κόκκινη γραμμή χωρίς αστερίσκους. Γιατί αλλιώς, το διεθνές δίκαιο κινδυνεύει να γίνει αυτό που όλοι φοβούνται αλλά λίγοι λένε ανοιχτά: μια αρχή που εφαρμόζεται μόνο όταν δεν κοστίζει.
➪ Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram.





