Κάθε χρόνο συναντάμε ταινίες που χωρίς να το φωνάζουν, μιλούν για μνήμη, ταυτότητα και το πως μια κοινωνία αποφασίζει τι αξίζει να σωθεί από τη φθορά του χρόνου. Η ετήσια ανακοίνωση των ταινιών που μπαίνουν στο National Film Registry έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Δεν είναι απλώς μια τιμητική διάκριση, αλλά μια δήλωση για το τι αφήνει πολιτισμικό αποτύπωμα. 

Φέτος η συνύπαρξη του Inception, του Clueless και του Before Sunrise στην ίδια λίστα λέει περισσότερα απ’ όσα φαίνονται με την πρώτη ματιά. Μια ταινία-λαβύρινθος για τη φύση της συνείδησης, μια ανάλαφρη κωμωδία εφηβείας και ένα φιλμ σχεδόν χωρίς πλοκή, βασισμένο σε μια συζήτηση δύο ανθρώπων. Τα τρία αυτά τόσο διαφορετικά μεταξύ τουε έργα κρίθηκαν άξια διατήρησης ως κομμάτια της αμερικανικής κινηματογραφικής κληρονομιάς. 

Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του National Film Registry: δεν επιβραβεύει μόνο το “σοβαρό”, το “βαρύ”, το αυτονόητα σημαντικό. Αναγνωρίζει ότι η κουλτούρα δε διαμορφώνεται μόνο από μεγάλες αφηγήσεις, αλλά και από ταινίες που μίλησαν στη στιγμή τους, που αποτύπωσαν μια εποχή, ένα ύφος, μια διάθεση. Το Clueless για παράδειγμα δεν είναι απλώς μια ρομαντική κωμωδία των 90s. Είναι ένα χρονικό της νεανικής ταυτότητας, της μόδας, της γλώσσας και της επιφανειακής, αλλά όχι κενής ελαφρότητας μιας γενιάς. 

Το Before Sunrise από την άλλη, λειτουργεί σαν αντίβαρο. Μια ταινία που σχεδόν αρνείται τη δράση, επενδύει στον χρόνο, στη σιωπή, στις παύσεις. Είναι από εκείνα τα φιλμ που δεν “γράφουν” εύκολα σε περίληψη, αλλά χαράσσονται στη μνήμη γιατί μιμούνται τη ζωή όπως είναι όταν δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει. Το ότι μπαίνει στο αρχείο δίπλα σε πιο εμπορικές ή θεαματικές παραγωγές δείχνει μια ωριμότητα στο πως ορίζεται η αξία. 

Και μετά υπάρχει το Inception, η πιο σύγχρονη ίσως από τις “μεγάλες” επιλογές. Μια ταινία που απέδειξε ότι το blockbuster δεν είναι υποχρεωμένο να είναι απλοϊκό, ότι μπορεί να παίξει με ιδέες, δομές, φιλοσοφικά ερωτήματα, χωρίς να χάσει το μαζικό κοινό του. Η είσοδός του στο Registry είναι μια έμμεση αναγνώριση ότι και το σινεμά της υπερπαραγωγής μπορεί να αφήσει πολιτισμικό ίχνος, όταν δεν αντιμετωπίζει το κοινό ως παθητικό καταναλωτή. 

Ανάμεσα στις φετινές επιλογές βρίσκονται επίσης ταινίες που μιλούν ευθέως για κοινωνικά τραύματα και συλλογικές αγωνίες. Το The Truman Show με τη δυστοπική του ματιά στην τηλεοπτική επιτήρηση και την κατασκευή της πραγματικότητας μοιάζει σήμερα σχεδόν προφητικό. Το The Thing που κάποτε παρεξηγήθηκε, διαβάζεται πια ως αλληγορία φόβου και καχυποψίας σε περιόδους κρίσης. Το The Grand Budapest Hotel διασώζει μια αισθητική μνήμη ενός κόσμου που χάνεται, ενώ το The Incredibles αποδεικνύει ότι το animation δεν είναι παιδικό υποκατάστατο, αλλά πλήρης κινηματογραφική γλώσσα. 

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η ένταξη έξι βωβών ταινιών από τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα. Είναι μια υπενθύμιση ότι ο κινηματογράφος δεν ξεκίνησε με ήχο, χρώμα και εφέ, αλλά με εικόνες που έπρεπε να κουβαλήσουν μόνες τους το συναίσθημα και την αφήγηση. Η διατήρησή τους είναι ιστορική ευθύνη. 

Συνολικά οι φετινές προσθήκες ανεβάζουν τον αριθμό των ταινιών στο Registry στις 925. Ένας αριθμός που δεν λέει πολλά από μόνος του, αλλά αποκτά βάρος αν σκεφτεί κανείς τι σημαίνει “διατήρηση” σε μια εποχή ψηφιακής υπερπροσφοράς. Ταινίες χάνονται, αρχεία καταστρέφονται, φορμά παλιώνουν. Το να αποφασίζεις τι θα σωθεί είναι πάντα μια πολιτική πράξη. 

Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που τέτοιες λίστες μας αφορούν περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε. Δε μας λένε απλώς ποιες ταινίες ήταν “καλές”. Μας λένε ποιες ιστορίες, ποια βλέμματα, ποια συναισθήματα θεωρούμε άξια να φτάσουν στις επόμενες γενιές και μέσα σε αυτή την ετερόκλητη φετινή επιλογή, από τον έφηβο σαρκασμό μέχρι τον υπαρξιακό διάλογο και το κινηματογραφικό όνειρο, φαίνεται καθαρά κάτι παρήγορο: ότι η μνήμη του σινεμά δε χωρά σε ένα είδος, μία αισθητική ή μία ιδεολογία. Είναι, όπως και η ίδια η ζωή, ανομοιογενής, αντιφατική και γι’ αυτό πολύτιμη. 

*Με στοιχεία από το Variety 

 

 

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram