Υπάρχουν casting που μοιάζουν με φυσική εξέλιξη και άλλα που μοιάζουν με πολιτισμικό σχόλιο. Η πιθανή συνάντηση του Robert Pattinson και του Sebastian Stan στο The Batman Part II ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Δεν είναι απλώς δύο δημοφιλείς ηθοποιοί στο ίδιο blockbuster, αλλά δύο διαφορετικές διαδρομές του σύγχρονου σινεμά που τέμνονται μέσα σε ένα σύμπαν το οποίο από την πρώτη ταινία αρνήθηκε να είναι απλώς “άλλη μια ιστορία υπερήρωα”. 

Ο Batman του Πάτινσον δε χτίστηκε πάνω στη σιγουριά. Ήταν εύθραυστος, εσωστρεφής, σχεδόν άβολος μέσα στο ίδιο του το κοστούμι. Ένας ήρωας που περισσότερο παρατηρούσε παρά κυριαρχούσε. Αυτός ο τόνος έδωσε στο σύμπαν της Γκόθαμ μια σχεδόν υπαρξιακή βαρύτητα. Το σκοτάδι δεν ήταν στυλ, ήταν κατάσταση και κάπου εκεί η είσοδος του Σταν αποκτά νόημα. 

Ο Σεμπάστιαν Σταν κουβαλά ένα παράδοξο φορτίο. Για χρόνια ήταν το πρόσωπο του Marvel που ενσάρκωσε τον τραυματισμένο στρατιώτη, τον άνθρωπο που δεν ανήκει ούτε στον κόσμο των ηρώων ούτε σε εκείνον των καθαρών ανταγωνιστών. Ο Winter Soldier δεν ήταν ποτέ απλώς “κακός” ή “καλός”. Ήταν θύμα χειραγώγησης, απώλειας ταυτότητας, βίας. Αν αυτό το παρελθόν μεταφερθεί στο σύμπαν του Batman, τότε δεν μιλάμε για έναν ακόμη villain, αλλά για έναν χαρακτήρα που θα λειτουργήσει σαν καθρέφτης. 

Κανείς δεν γνωρίζει ακόμη ποιον ρόλο θα αναλάβει ο Σταν κι αυτό είναι μέρος της γοητείας. Το σύμπαν του Matt Reeves δεν ενδιαφέρεται τόσο για τα ονόματα όσο για τις ψυχολογικές λειτουργίες των χαρακτήρων. Αν ο Σταν βρεθεί απέναντι στον Μπρους Γουέιν, το ενδιαφέρον δε θα είναι η σύγκρουση, αλλά το τι τους συνδέει. Αν σταθεί δίπλα του, το ερώτημα θα είναι ποιο κενό έρχεται να καλύψει. 

Η ίδια η ταινία έχει ήδη αποκτήσει σχεδόν μυθικό status πριν καν ξεκινήσουν τα γυρίσματα. Η καθυστέρηση, η μυστικότητα, τα κλειδωμένα σενάρια, όλα συνθέτουν μια αίσθηση ότι το “Batman 2” είναι προϊόν επιμονής. Σε μια εποχή όπου τα franchise τρέχουν για να προλάβουν το κοινό, ο Reeves μοιάζει να κάνει το αντίθετο: να ζητά από το κοινό να περιμένει. 

Η παρουσία του Σταν ενισχύει αυτή την αίσθηση ωριμότητας. Δεν είναι επιλογή “ασφαλείας”. Είναι επιλογή ηθοποιού που κουβαλά ήδη μια σχέση με το κοινό, αλλά και μια κούραση από τον παραδοσιακό ηρωισμό. Αυτό ταιριάζει απόλυτα με τον κόσμο του Batman που δεν υπόσχεται λύτρωση, αλλά διαρκή σύγκρουση με το τραύμα. 

Σημαντικό είναι και το πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσεται η ταινία. Αν και δεν αποτελεί επίσημο κομμάτι του νέου DC Universe, το “The Batman Part II” αναπτύσσεται υπό την ομπρέλα της DC Studios, σε μια περίοδο όπου η DC προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε επανεκκινήσεις, νέες αφηγήσεις και την ανάγκη για συνοχή. Το σύμπαν του Batman μοιάζει να λειτουργεί ως εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα: πιο προσωπικό, πιο σκοτεινό, λιγότερο υποχρεωμένο να υπηρετήσει ένα ευρύτερο πλάνο. 

Η συνάντηση Πάτινσον και Σταν δεν είναι απλώς μια είδηση. Είναι ένδειξη κατεύθυνσης, δείχνει ότι το “Batman 2” δεν ενδιαφέρεται να μεγαλώσει μόνο σε κλίμακα, αλλά σε βάθος. Να φέρει χαρακτήρες που δεν χωράνε εύκολα σε κουτάκια, σε έναν κόσμο που ήδη αμφισβητεί τα όρια του καλού και του κακού. Αν ο Σεμπάστιαν Σταν μπει σε αυτό το σύμπαν, τότε δεν έρχεται να προσθέσει λάμψη, αλλά ρωγμές κι αυτές είναι που κάνουν μια ιστορία να αντέχει στον χρόνο. 

*Mε στοιχεία από το Variety 

 

 

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram.