Κάποτε η Κρουαζέτ, το Lido και το Παρκ Σίτι ήταν η αφετηρία του μεγάλου αφηγήματος. Ένα κόκκινο χαλί, ένα επτάλεπτο standing ovation, μια πρώτη κριτική στο Variety και η καμπάνια είχε πάρει μπρος. Το φεστιβαλικό ντεμπούτο ήταν επένδυση κύρους και εργαλείο μάρκετινγκ. Σήμερα οι μεγάλες εταιρείες μοιάζουν να κάνουν πίσω.
Στο φετινό Βερολίνο δεν υπάρχει ούτε μία ταινία μεγάλου στούντιο ανάμεσα σε περισσότερες από 200 συμμετοχές και δεν είναι μόνο η Berlinale. Τα πιο πολυσυζητημένα studio projects του 2025 (Sinners, One Battle After Another, Zootopia 2, F1: The Movie, Weapons) απέφυγαν τη φεστιβαλική πρεμιέρα. Η εξαίρεση; Το Mission: Impossible – The Final Reckoning που πέρασε από τις Κάννες. Το μήνυμα είναι σαφές: το κόκκινο χαλί δεν είναι πια αυτονόητη επιλογή, γιατί όμως;
Η απάντηση δε βρίσκεται μόνο στα Φεστιβάλ, αλλά στην ίδια τη δομή της αγοράς. Όπως σημειώνει η διευθύντρια της Berlinale, Tricia Tuttle υπάρχει “νευρικότητα” γύρω από την πρόωρη δημοσίευση κριτικών. Σε ένα δύσκολο marketplace το να βγουν οι πρώτες αντιδράσεις εβδομάδες πριν από την κυκλοφορία σημαίνει απώλεια ελέγχου και στα στούντιο ο έλεγχος είναι στρατηγική. Ένας marketing executive το διατυπώνει ωμά: αν ένα φεστιβαλικό κοινό “θάψει” την ταινία, η καμπάνια μπορεί να τελειώσει πριν αρχίσει.
Το φάντασμα που πλανάται πάνω από τις Κάννες και τη Βενετία έχει όνομα: Joker: Folie à Deux. Το πρώτο Joker ξεκίνησε από τη Βενετία κέρδισε τον Χρυσό Λέοντα και έφτασε στο 1 δισ. δολάρια. Το sequel έκανε πρεμιέρα στο ίδιο Φεστιβάλ, αλλά οι κριτικές ήταν απογοητευτικές. Το αφήγημα “αποτυχία” χτίστηκε αμέσως και η ταινία σταμάτησε στα 200 εκατ. δολάρια. Το momentum γύρισε μπούμερανγκ. Το ίδιο μοτίβο επαναλήφθηκε με το Furiosa και το Horizon. Standing ovations υπήρξαν 7 λεπτά και10 λεπτά αντίστοιχα, αλλά το κοινό δεν ακολούθησε. Τα Φεστιβάλ δεν “σκότωσαν” τις ταινίες. Το κοινό δεν τις αγάπησε. Όμως η αρνητική κριτική νωρίς, σε δημόσιο χώρο υψηλού κύρους δημιουργεί αφήγημα που δύσκολα ανατρέπεται.
Στην εποχή των social media η πρώτη εντύπωση δε γράφεται μόνο στις στήλες των κριτικών, αλλά στα timelines. Οι καμπάνιες πλέον σχεδιάζονται για viral βίντεο, όχι για red carpet soundbites. Το παράδειγμα του Timothée Chalamet με αντίστοιχεςπροωθήσεις αντί για παραδοσιακή φεστιβαλική λάμψη είναι ενδεικτικό. Το buzz χτίζεται σε TikTok και Instagram πλέον κι στην αίθουσα Τύπου του Palais.
Τα ίδια τα Φεστιβάλ το αναγνωρίζουν. Οι συμφωνίες χορηγίας με το TikTok είναι ενδεικτικές. Προσπαθούν να μεταφράσουν το prestige σε ψηφιακή απήχηση, αλλά το κοινό που αγοράζει εισιτήρια για ένα tentpole δεν περιμένει την ετυμηγορία των κριτικών των Καννών. Για τα στούντιο, το ρίσκο είναι πλέον ασύμμετρο. Το όφελος μιας καλής κριτικής έχει μικρότερη διάρκεια από τον αντίκτυπο μιας κακής. Η αγορά είναι συμπιεσμένη, τα budgets τεράστια, η ανοχή σε αστοχίες μικρή. Όταν επενδύεις εκατοντάδες εκατομμύρια, η αβεβαιότητα μιας φεστιβαλικής πρεμιέρας μοιάζει περιττή.
Το φεστιβαλικό μοντέλο δεν έχει καταρρεύσει. Για τους auteur σκηνοθέτες (Lanthimos, Anderson, Zhao, Del Toro, Bong) το Φεστιβάλ παραμένει φυσικό περιβάλλον. Εκεί χτίζεται το καλλιτεχνικό προφίλ, εκεί κατοχυρώνεται η “σοβαρότητα” και για τις ανεξάρτητες και διεθνείς παραγωγές, το Φεστιβάλ είναι σωσίβιο.
Ένας Γάλλος sales agent το λέει απλά: «Χωρίς τα φεστιβάλ, αυτές οι ταινίες εξαφανίζονται». Για τα indie projects η παγκόσμια δημοσιότητα που προσφέρει το Βερολίνο, οι Κάννες ή η Βενετία μπορεί να είναι η διαφορά ανάμεσα στην πώληση και την αφάνεια. Άρα δε μιλάμε για “θάνατο” των Φεστιβάλ. Μιλάμε για επανατοποθέτηση. Τα majors αναζητούν μεγαλύτερο έλεγχο στο λανσάρισμα. Θέλουν να καθορίζουν το narrative κι όχι να το παραδίδουν στους κριτικούς.
Τι σημαίνουν όμως όλα αυτά για τον κινηματογράφο ως πολιτισμικό γεγονός; Τα Φεστιβάλ ήταν πάντα χώροι συνάντησης. Δημιουργοί, κοινό, κριτικοί στον ίδιο χώρο. Αν τα μεγάλα στούντιο αποσύρονται, η δημόσια συζήτηση γύρω από τις mainstream ταινίες μεταφέρεται αποκλειστικά στο marketing funnel. Επομένως χάνεται κάτι από τη συλλογική εμπειρία.
Συνοψίζοντας τα στούντιο δε “φοβούνται” τα Φεστιβάλ, αλλά την απώλεια ελέγχου του παιχνιδιού και σε μια βιομηχανία που κινείται με data analytics και social metrics, το απρόβλεπτο μοιάζει πολυτέλεια. Το παράδοξο είναι ότι η κινηματογραφική ιστορία έχει αποδείξει πως το ρίσκο γεννά μύθο. Οι μεγάλες στιγμές, οι εκπλήξεις, τα standing ovations που μετατρέπονται σε box office φαινόμενα γεννήθηκαν σε αίθουσες. Αν τα στούντιο κλείσουν αυτή την πόρτα, ίσως κερδίσουν έλεγχο, αλλά χάνουν και κάτι από τη μαγεία κι ο κινηματογράφος χωρίς λίγη μαγεία, όσο καλοσχεδιασμένη κι αν είναι η καμπάνια παραμένει απλώς προϊόν.
*Με στοιχεία από το IndieWire
➪ Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram





