Η Βενετία ξέρει να αγαπά τα τέρατα, αρκεί να κουβαλούν ψυχή. Το Σάββατο το βράδυ η αίθουσα Sala Grande σείστηκε από ένα χειροκρότημα που κράτησε 13 ολόκληρα λεπτά, το πιο θερμό της φετινής Μόστρας για το “Frankenstein” του Γκιγέρμο ντελ Τόρο. Στη σκηνή ο Όσκαρ Άιζακ, ο “τρελός επιστήμονας” του έργου και ο Τζέικομπ Ελόρντι, το τρομακτικό αλλά και εύθραυστο δημιούργημά του δεν μπόρεσαν να συγκρατήσουν τα δάκρυά τους. Ήταν μια στιγμή σπάνιας συγκίνησης: ο δημιουργός που ονειρευόταν μια ζωή να αφηγηθεί ξανά τον μύθο του τέρατος βλέπει το όνειρό του να βρίσκει ανταπόκριση με όρους θριάμβου.
Το φιλμ που αποτελεί μία ταινία γοτθικής επιστημονικής φαντασίας 149 λεπτών με προϋπολογισμό 120 εκατομμύρια δολάρια βασίζεται στο κλασικό μυθιστόρημα της Μέρι Σέλεϊ του 1818. Μια ιστορία που επανέρχεται ξανά και ξανά, όχι μόνο γιατί είναι γεμάτη τρόμο, αλλά γιατί αγγίζει το βαθύτερο ερώτημα της ανθρώπινης ύπαρξης: τι συμβαίνει όταν ο άνθρωπος σφετερίζεται τον ρόλο του δημιουργού. Ο ντελ Τόρο με τη γνωστή του εμμονή στο τέρας ως καθρέφτη του ανθρώπινου δίνει στη Νetflix το δυνατότερο χαρτί της για τα φετινά Όσκαρ.
Στην πρεμιέρα οι συμπρωταγωνιστές Μία Γκοθ (ως Ελίζαμπεθ Λαβένζα, ο μεγάλος έρωτας του επιστήμονα), Κριστόφ Βαλτς (ως ο σκοτεινός έμπορος όπλων Χάρλαντερ) και Φέλιξ Κάμερερ (ως ο μικρότερος αδελφός του Φρανκενστάιν) συνόδευσαν το καστ στο κόκκινο χαλί. Μαζί τους μια πλειάδα καλεσμένων (Άαρον Τέιλορ-Τζόνσον, Τζέσικα Γουίλιαμς, Τζέσι Γουίλιαμς, Σοφία Κάρσον) ενίσχυαν το αίσθημα μιας βραδιάς που έμοιαζε με πανηγυρική αναγέννηση του κλασικού τρόμου. Έξω από την αίθουσα, ο Ελόρντι σταμάτησε για selfies και αυτόγραφα, εισπράττοντας επευφημίες τύπου «Σ’ αγαπάμε, Τζέικομπ» στις οποίες ανταπέδιδε με χαμόγελο.
Η μεταμόρφωση του Ελόρντι σε τέρας ήταν από μόνη της μια μικρή οδύσσεια. Δέκα ώρες καθημερινά στην καρέκλα του μακιγιάζ, στρώμα πάνω σε στρώμα μέχρι να δημιουργηθεί μια φιγούρα σχεδόν αγνώριστη, με δέρμα μπαλωμένο, κορμί ανοιχτό και βλέμμα που κουβαλάει όλη την αγωνία της εφηβείας και της ενηλικίωσης. Όπως εξηγεί ο ίδιος: «Στην αρχή στέκεται ψηλά, σχεδόν περήφανος. Μετά όταν αρχίζει να πονά, καμπουριάζει κι ως ενήλικας, κλείνεται στον εαυτό του». Ένα τέρας που μοιάζει επικίνδυνα ανθρώπινο.
Για τον ντελ Τόρο το έργο αυτό ήταν μια ζωή σε αναμονή. «Ακολουθώ το πλάσμα από τότε που ήμουν παιδί» είπε στη συνέντευξη Τύπου και αστειεύτηκε: «Νιώθω σαν να έχω επιλόχεια κατάθλιψη». Είναι το ίδιο πάθος που τον οδήγησε στο «Η Μορφή του Νερού» το 2017, έργο που του χάρισε τον Χρυσό Λέοντα και τέσσερα Όσκαρ. Σήμερα επιστρέφει πιο ώριμος, για να φτιάξει το δικό του «Frankenstein» όχι ως απλή διασκευή, αλλά ως προσωπική εξομολόγηση.
Η Βενετία που πάντα τιμά το σινεμά της φαντασίας όταν έχει καρδιά ανταπέδωσε με το πιο μακρόσυρτο χειροκρότημα της φετινής διοργάνωσης. Δεν είναι μόνο η δεξιοτεχνία του σκηνοθέτη ή η δύναμη των ερμηνειών που συγκίνησαν. Είναι η αίσθηση ότι σε μια εποχή υπερκορεσμού από εικόνες, το κλασικό παραμύθι του τέρατος εξακολουθεί να μας μιλάει. Ότι πίσω από το προσωπείο του τρόμου κρύβεται πάντα μια κραυγή για αποδοχή, αγάπη, αναγνώριση.
Στις 17 Οκτωβρίου το φιλμ θα κυκλοφορήσει στις αίθουσες, ενώ στις 7 Νοεμβρίου θα κάνει πρεμιέρα στο Netflix. Μέχρι τότε το φάντασμα του Φρανκενστάιν θα πλανιέται πάνω από τη σεζόν των βραβείων ως το μεγάλο χαρτί της πλατφόρμας και ίσως ως η δικαίωση ενός δημιουργού που εδώ και δεκαετίες μας ψιθυρίζει ότι τα τέρατα είμαστε εμείς και γι’ αυτό αξίζουν να αγαπηθούν.
*Mε πληροφορίες από το Variety.
➪ Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram.