Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αλλάζει απλώς εμπορική πολιτική. Η απόφαση να χαλαρώσει το καθεστώς των υψηλών δασμών στα ηλεκτρικά οχήματα κινεζικής κατασκευής είναι πολιτικό σήμα. Δείχνει ότι οι Βρυξέλλες συνειδητοποιούν πως ο προστατευτισμός έχει όρια όταν συγκρούεται με την πραγματικότητα της παγκόσμιας αλυσίδας παραγωγής, της πράσινης μετάβασης και των γεωπολιτικών ισορροπιών.
Οι δασμοί που επιβλήθηκαν το φθινόπωρο του 2024 παρουσιάστηκαν ως απάντηση σε “αθέμιτες επιδοτήσεις”. Στην πράξη λειτούργησαν ως ανάχωμα φόβου. Φόβου ότι τα φθηνά κινεζικά ηλεκτρικά θα πλημμυρίσουν την ευρωπαϊκή αγορά, θα πιέσουν τις τιμές και θα εκθέσουν τις αδυναμίες της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας. Η κίνηση είχε περισσότερο αμυντικό χαρακτήρα παρά στρατηγικό βάθος.
Η νέα προσέγγιση, με τις λεγόμενες “δεσμεύσεις τιμών” επιχειρεί να βρει μια ενδιάμεση λύση. Αντί για οριζόντιους δασμούς, κάθε μοντέλο εξετάζεται ξεχωριστά. Τίθενται ελάχιστες τιμές εισαγωγής, ορίζονται κανάλια πώλησης, συζητούνται επενδύσεις εντός ΕΕ. Δεν πρόκειται για άνοιγμα της πόρτας, αλλά για έλεγχο της ροής. Ένα είδος ρυθμιζόμενης συνύπαρξης.
Η επιλογή γίνεται από ανάγκη. Η ΕΕ βρίσκεται εγκλωβισμένη ανάμεσα σε αντικρουόμενους στόχους. Από τη μία θέλει να προστατεύσει τη βιομηχανία της, από την άλλη θέλει να επιταχύνει την ηλεκτροκίνηση, να μειώσει τις εκπομπές και να διατηρήσει προσιτές τιμές για τον καταναλωτή. Ταυτόχρονα γνωρίζει ότι πολλές ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες παράγουν ήδη στην Κίνα και εξαρτώνται από αυτήν. Οι δασμοί λειτουργούν τελικά και ως μπούμερανγκ.
Δεν είναι τυχαίο ότι η χαλάρωση των μέτρων ανακουφίζει εξίσου κινεζικές και ευρωπαϊκές εταιρείες. Οι BYD, Xpeng και Nio ανακουφίζονται προφανώς, αλλά και κολοσσοί όπως η Volkswagen και η BMW βλέπουν ένα εμπόδιο να απομακρύνεται. Το “κινεζικό” ηλεκτρικό αυτοκίνητο δεν είναι πλέον τόσο εύκολα διαχωρίσιμο από το “ευρωπαϊκό”. Οι αλυσίδες είναι μπλεγμένες, τα κεφάλαια διεθνή, τα εργοστάσια πολυεθνικά.
Η Κίνα είχε ήδη δείξει τα δόντια της προσφεύγοντας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου. Η ΕΕ γνωρίζει καλά ότι ένας παρατεταμένος εμπορικός πόλεμος δε θα ωφελούσε κανέναν. Οι κατώτατες τιμές εμφανίζονται ως πιο κομψή λύση, συμβατή με τους κανόνες του Παγκόσμιου Οργανισμού Ενέργειας, λιγότερο επιθετική, πιο διαπραγματεύσιμη. Είναι μία σύγχρονη διπλωματία μέσω τιμοκαταλόγων.
Το τίμημα όμως υπάρχει και δεν είναι αμελητέο. Οι οικονομολόγοι που αντιδρούν δεν έχουν άδικο όταν μιλούν για τεχνητά υψηλές τιμές. Ο Ευρωπαίος καταναλωτής δε θα δει θεαματική πτώση στο κόστος των ηλεκτρικών οχημάτων. Τα έσοδα από δασμούς μειώνονται, το σύστημα ελέγχου γίνεται πιο σύνθετο και πιο ευάλωτο σε παρακάμψεις. Η απλοποίηση αντικαθίσταται από διαπραγματευτική γραφειοκρατία.
Η απάντηση σχετική με τη μεγάλη εικόνα μάλλον βρίσκεται στη γεωπολιτική. Η Ευρώπη προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη για στρατηγική αυτονομία και την αδυναμία πλήρους αποσύνδεσης από την Κίνα. Το μάθημα των τελευταίων ετών είναι ότι οι απόλυτες γραμμές κοστίζουν ακριβά. Η ηλεκτροκίνηση δεν είναι απλώς βιομηχανικό project, αλλά μία ιστορική μετάβαση και αυτή απαιτεί συνεργασίες. Η ΕΕ δείχνει να αποδέχεται ότι δε μπορεί να οικοδομήσει το πράσινο μέλλον της με εμπορικά τείχη. Χρειάζεται κανόνες, όχι αποκλεισμούς, ειδικά από τη στιγμή που η Αμερική του Τραμπ τραβά μία αυτόνομη πορεία.
Η χαλάρωση των δασμών δε σημαίνει ήττα, αλλά προσαρμογή σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο τοπίο. Σημαίνει αναγνώριση ότι ο κόσμος της ενέργειας, της τεχνολογίας και της βιομηχανίας δε λειτουργεί πια με καθαρές ταμπέλες εθνικότητας. Το “κινεζικό” ηλεκτρικό όχημα είναι πλέον κομμάτι ενός παγκόσμιου συστήματος και η Ευρώπη επιλέγει να το ρυθμίσει αντί να προσποιείται ότι μπορεί να το αποκλείσει κι αυτό στην ανατολή του 2026 με μία λέξη είναι ρεαλισμός.
*Με στοιχεία από το Rest of World
➪ Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram.





