Υπάρχει μια παράξενη κόπωση στην εποχή του streaming από την υπερπροσφορά. Τα ντοκιμαντέρ πολλαπλασιάζονται, οι θεματικές απλώνονται, οι αλγόριθμοι προτείνουν ασταμάτητα. Μέσα σε αυτόν τον θόρυβο λίγες ταινίες ξεχωρίζουν πραγματικά, επειδή αφήνουν χώρο στη σκέψη. Τα τρία ντοκιμαντέρ που ακολουθούν έχουν κάτι κοινό: δεν είναι απλώς καταγραφές, είναι συναντήσεις. Καλλιτέχνες που κοιτάζουν άλλους καλλιτέχνες χωρίς να βιάζονται να τους ερμηνεύσουν.
Sketches of Frank Gehry
Το ντοκιμαντέρ του Sydney Pollack για τον Frank Gehry μοιάζει περισσότερο με συζήτηση παρά με πορτρέτο. Ο Pollack δεν στήνει έναν μύθο γύρω από τον Gehry, αφήνει xώρο για δεύτερες σκέψεις κι αυτή η αμφιβολία είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο αυτή της ταινίας τεκμηρίωσης. Ο Gehry μιλά για την ανάγκη να δουλεύει σε πολλές κλίμακες ταυτόχρονα, για τον φόβο του “εύκολου”, για την πεποίθηση ότι αν μια ιδέα δεν αντιστέκεται κάτι πάει λάθος. Ο Hal Foster αμφισβητεί αν το Guggenheim στο Μπιλμπάο υπηρετεί την τέχνη ή την επισκιάζει. Ο Julian Schnabel απαντά με μια σχεδόν ωμή ειλικρίνεια: αν η τέχνη επισκιάζεται, ίσως δεν ήταν τόσο ισχυρή. Ανάμεσα σε αυτά τα βλέμματα ο Pollack παρεμβάλλει εικόνες φωτός πάνω σε μέταλλο, κτίρια που μοιάζουν να αψηφούν τη βαρύτητα. Η αρχιτεκτονική εδώ είναι χρόνος, φθορά, επίσκεψη που δεν επαναλαμβάνεται πολλές φορές στη ζωή ενός δημιουργού κι αυτό το αίσθημα της προσωρινότητας κάνει την ταινία να ξεχωρίζει.
Albert Brooks: Defending My Life
Ο Rob Reiner γυρίζει μια ταινία για τον Albert Brooks χωρίς να προσποιείται αντικειμενικότητα. Είναι φίλοι κι αυτή η οικειότητα είναι το καύσιμο του ντοκιμαντέρ. Ο Brooks μιλά για το χιούμορ όχι ως τέχνασμα, αλλά ως μηχανισμό επιβίωσης. Για τον πατέρα του που πέθανε στη σκηνή, για τη μητέρα του που θυσίασε τη δική της καριέρα, για την ανάγκη να γελάς με τον εαυτό σου πριν σε προλάβουν οι άλλοι. Η ταινία περνά από τα γνωστά Saturday Night Live, πρώιμες ταινίες, «Modern Romance», αλλά δεν μένει εκεί. Το κέντρο βάρους είναι μια συζήτηση σε ένα εστιατόριο. Δύο άνθρωποι που ξέρουν πότε να γελάσουν και πότε να σωπάσουν. Ο Brooks παραδέχεται ότι τόλμησε να φανεί αντιπαθής, ότι το χιούμορ του συχνά γεννιέται από δυσφορία και κάπου εκεί καταλαβαίνεις ότι η κωμωδία μπορεί να είναι βαθιά σοβαρή υπόθεση.
Megadoc
Όταν ο Mike Figgis ακολούθησε τον Francis Ford Coppola στα γυρίσματα του “Megalopolis” δεν ήξερε ακριβώς τι θα καταγράψει. Το «Megadoc» δεν είναι γυαλισμένο making-of. Είναι ημερολόγιο αβεβαιότητας. Ένας Coppola χωρίς δίχτυ ασφαλείας, χωρίς κάποιον να πει όχι, να πειραματίζεται, να συγκρούεται, να χάνει και να ξαναβρίσκει κατεύθυνση. Ο Figgis δεν κρύβει τη θέση του. Παρατηρεί, αλλά γνωρίζει ότι η παρουσία του επηρεάζει. Καταγράφει εντάσεις, αποχωρήσεις συνεργατών, φιλοσοφικές διαφωνίες για το τι είναι κινηματογράφος. Είναι ένα ντοκιμαντέρ για το ρίσκο: τι σημαίνει να κυνηγάς ένα όραμα για δεκαετίες και όταν έρθει η στιγμή να μην έχεις κανέναν να σε συγκρατήσει.
Tα τρία αυτά ντοκιμαντέρ έχουν μια κοινή στάση: δεν αντιμετωπίζουν τη δημιουργία ως success story. Τη βλέπουν ως διαδικασία με αμφιβολία, κόπο, αποτυχία και στιγμές καθαρής διαύγειας. Σε μια εποχή που το streaming συχνά ισοπεδώνει τις εμπειρίες, αυτές οι ταινίες υπενθυμίζουν κάτι απλό και δύσκολο μαζί: αξίζει να βλέπεις ανθρώπους να σκέφτονται αργά, να δημιουργούν χωρίς εγγυήσεις, να μιλούν χωρίς να κλείνουν όλες τις εκκρεμότητες κι αυτό τελικά είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να σου κάνει ένα ντοκιμαντέρ.
*Με στοιχεία από τους NYT
➪ Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram.





