Στο “Θηριοτροφείο” του Δημήτρη Τσεκούρα, μπαίνεις σε ένα σπίτι που κατοικείται από ρόλους οι οποίοι ξέχασαν να πεθάνουν. Σαν να άνοιξες λάθος πόρτα και βρέθηκες μέσα σε όνειρο που έχει αρχίσει ήδη να ξεθωριάζει

Κάπου ανάμεσα στον “Γυάλινο Κόσμο” του Τενεσί Ουίλιαμς, τον “Γλάρο” του Τσέχωφ και The Seagull και τις ρωγμές του Πιραντέλο, ο Τσεκούρας στήνει ένα δωμάτιο που αναπνέει ακανόνιστα. Μια οικογένεια που μοιάζει με καθρέφτη σπασμένο σε κομμάτια: μια κόρη που ίσως δεν βλέπει ή ίσως βλέπει υπερβολικά, ένας γιος που κυνηγά έναν επικήδειο για όλους (λες και ο θάνατος μπορεί να γίνει κοινόχρηστος), μια μητέρα που πενθεί έναν ρόλο που δεν έπαιξε ποτέ. Και κάπου εκεί, σαν σκιά που δεν ζητά άδεια, ένας ξένος εισβάλλει, σχεδόν με την ψυχρή επιθυμία του Teorema, και τους διαλύει.

Κι όσο το σκέφτομαι αναρωτιέμαι, μήπως τελικά δεν είναι εκείνοι αυτό το θηριοτροφείο; Μήπως είμαστε εμείς, που μαζεύουμε μέσα μας μικρά, γυάλινα τέρατα και τα ταΐζουμε με μνήμες;

Μια πολυθρόνα στο κέντρο. Σαν θρόνος ή σαν παγίδα. Και γύρω της, αντικείμενα που μοιάζουν αθώα μέχρι να σε κοιτάξουν πίσω.

Το έργο ζητά να το αφήσεις να σε χαλάσει λίγο. Να σου θυμίσει πως το παράλογο δεν μπορεί να αποτελεί πάντα εξαίρεση, είναι απλώς εκείνηη η στιγμή που η πραγματικότητα ξεχνά να προσποιείται. Ο Δημήτρης Τσεκούρας, βέβαια, το εξηγεί καλύτερα…

– Τι είναι το “Θηριοτροφείο”;
Καταρχάς, δίνω στο έργο τον υπότιτλο «Ένα σουρεαλιστικό μεταδράμα εμπνευσμένο από το Glass Menagerie του Τενεσί Ουίλιαμς». Και οι υπότιτλοι έχουν για μένα πολύ μεγάλη σημασία. Το ονόμασα, λοιπόν, “Θηριοτροφείο” γιατί όλα τα πρόσωπα του έργου είναι θηρία ή μεταμορφώνονται σε τέτοια κάποια στιγμή. Αν το καλοσκεφτείς, όλοι οι άνθρωποι θηρία είμαστε κατά βάθος. Ειδικά σήμερα· και ακόμη πιο ειδικά στον λεγόμενο «πολιτισμένο δυτικό Κόσμο»… Θηρία είμαστε που το καθένα ψάχνει τη δική του ιδιαίτερη και ξεχωριστή τροφή προκειμένου να επιβιώσει. Άλλος την κυριολεκτική τροφή, άλλος το σεξ, άλλος την Ποίηση, άλλος να πάψει να είναι άρρωστος, άλλος το να μην γεράσει, άλλος όλα τα παραπάνω μαζί. Κάθε άνθρωπος και το αγαπημένο του μενού. Κι όπως όλα τα θηρία, έτσι και τα πρόσωπα του έργου, έχουν και κάτι γελοίο επάνω τους. Κάτι γκροτέσκο. Και το ονόμασα και «σουρεαλιστικό» γιατί αυτά τα πράγματα που συμβαίνουν στο έργο, ε… δεν είναι και τα πλέον ρεαλιστικά ούτε και γίνονται και με τον πλέον ρεαλιστικό τρόπο. Όσον αφορά στη λέξη «μεταδράμα», ιδέα δεν έχω γιατί την έβαλα. Ας πούμε ότι την έβαλα μόνο και μόνο επειδή μου αρέσει η λέξη.

– Γιατί εμπνευσμένο από τον “Γυάλινο Κόσμο” του Τενεσί Ουίλιαμς;
Επειδή με τον κύριο Ουίλιαμς, και ειδικά με το συγκεκριμένο του έργο που είναι και το πλέον αυτοβιογραφικό του, είχα ανοιχτούς λογαριασμούς από τότε που ήμουν είκοσι χρονών. Καταλαβαίνεις για πόσα χρόνια πίσω μιλάμε. Ήμουνα νιος και γέρασα… Και πάντοτε ήθελα να γράψω ένα έργο που να «ανοίγει διάλογο» μαζί του. Πέρα από τον Ουίλιαμς, όμως, μέσα από το συγκεκριμένο έργο, νομίζω ότι συνομιλώ και με τον Τσέχωφ· ειδικά με τον Γλάρο του. Και με τον Πιραντέλο. Και νομίζω και με τον Πίντερ.

– Τι έχεις αλλάξει σε σχέση με το έργο του Ουίλιαμς;
Αν εξαιρέσουμε το θέμα της Μνήμης,  τον πολύ βασικό και «επιφανειακό» πυρήνα του έργου -τα μέλη μιας «προβληματικής» οικογένειας έχουν προσκαλέσει και ΑΝΑΜΕΝΟΥΝ έναν ξένο για φαγητό-, καθώς και τα ονόματα των προσώπων του έργου, νομίζω πως όλα τα υπόλοιπα τα έχω φέρει λίγο τα πάνω κάτω. Κυρίως τις σχέσεις των προσώπων. Και για να σου δώσω δυο τρία στοιχεία επ’ αυτού, τη σχέση του Τομ με τον Τζιμ, επί παραδείγματι, την έχω κάνει πολύ πιο «κοντινή» από το πώς παρουσιάζεται στο έργο του Ουίλιαμς. Και ο Τζιμ δεν φεύγει και τόσο γρήγορα από το σπίτι της οικογένειας Γουίνγκφιλντ. Ή η Λώρα… η Λώρα δεν είμαι και εκατό τοις εκατό σίγουρος ότι είναι και τόσο «αθώα περιστερά» όπως δείχνει να είναι στο έργο του Ουίλιαμς. Α! Εμφανίζω και τον Πατέρα, ο οποίος, στο έργο του Ουίλιαμς, δεν είναι παρά μια φωτογραφία.

– Σκηνοθετείς για πρώτη φορά. Αυτό πώς προέκυψε;
Η σκηνοθεσία τριγυρνούσε στο μυαλό μου εδώ και πέντε περίπου χρόνια. Και ήθελα πολύ να πειραματιστώ. Μέχρι που τέσσερις σχεδόν πρωτοεμφανιζόμενοι ηθοποιοί, τέσσερα νέα και πολύ ταλαντούχα παιδιά, ο Μάριος Άγκος, η Νατάσα Γιακουβάκη, ο Γιάννης Στούμπας και η Μαρία-Νεφέλη Χρονοπούλου -και οι τέσσερις πρώην μαθητές μου- με βάλανε στο τριπάκι. Και χρωστάω πολλά σε αυτά τα νέα παιδιά όχι μόνο επειδή με εμπιστεύτηκαν και με «ξεκούνησαν» να το κάνω, αλλά, κυρίως, γιατί μέσα από αυτή την πρώτη μου σκηνοθεσία, ανακάλυψα καινούργια πράγματα.

– Όπως;
Όπως ότι τα τρυφερά νιαουρίσματα της γάτας μπορεί να μην είναι καθόλου τρυφερά. Και ότι το πιστό σκυλάκι μπορεί να είναι πολύ ηλίθιο τελικά.

– Τι περιμένεις από την παράσταση;
Να μην βαρεθούν οι άνθρωποι που θα έρθουν να τη δούνε. Και να μην σοκαριστούν και πολύ από έναν «πολύ βλάσφημο» μονόλογο που υπάρχει προς το τέλος της δεύτερης πράξης. Γιατί καμιά φορά, ξέρεις, το βλάσφημο δεν είναι παρά η αντεστραμμένη όψη του Ιερού.

– Δώσε μας μια χαρακτηριστική για σένα φράση του έργου και της παράστασης.
«Εμείς εδώ μέσα, όλοι μας πίνουμε κάτι».

LINE

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ: Θηριοτροφείο, του Δημήτρη Τσεκούρα

(‘Ενα σουρεαλιστικό μεταδράμα εμπνευσμένο από το Glass Menagerie του Τενεσί Ουίλιαμς)

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Σκηνοθεσία – Σκηνική Εγκατάσταση: Δημήτρης Τσεκούρας

Βοηθός σκηνοθέτη: Κώστας Στούμπας

Σχεδιασμός Φωτισμών: Νίκος Βλασσόπουλος

Video: Στέφανος Θεοδωρόπουλος

Φωτογραφίες: Στράτος Προύσαλης

Social Media: Κωνσταντίνα Καλημέρη

ΠΑΙΖΟΥΝ (αλφαβητικά)

Μάριος Άγκος (Τζιμ)

Νατάσα Γιακουβάκη (Λώρα)

Γιάννης Στούμπας (Τομ)

Δημήτρης Τσεκούρας (Γιόχαν)

Μαρία-Νεφέλη Χρονοπούλου (Αμάντα)

Στο Θέατρο “Δρόμος” (Αγίου Μελετίου 25&Κυκλάδων)

Από τις 20 Απριλίου για οκτώ παραστάσεις.

Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00.

 

 

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram