Η Ιστορία μοιάζει αντικειμενική μόνο εκ των υστέρων. Τη στιγμή που γράφεται είναι πάντα αποτέλεσμα επιλογών, αποκλεισμών και σιωπών. Το Rock and Roll Hall of Fame από την ίδρυσή του το 1986 μέχρι σήμερα παρουσιάζεται ως ένας θεσμός μνήμης, ένα μουσικό πάνθεον που τιμά όσους “διαμόρφωσαν” το ροκ. Στην πραγματικότητα όμως λειτουργεί και ως μηχανισμός εξουσίας: αποφασίζει ποιοι αξίζουν να γίνουν Ιστορία και ποιοι θα μείνουν υποσημείωση, σχεδόν αόρατοι. 

Σχεδόν σαράντα χρόνια μετά την αφετηρία του, το Rock Hall δεν είναι πια μια συμβολική χειρονομία αναγνώρισης. Είναι ένας θεσμός που επικυρώνει, κατασκευάζει γενεαλογίες και ορίζει τι θεωρείται “σοβαρό” κι “άξιο διατήρησης”. Κάπου εκεί αρχίζουν οι ερωτήσεις και τα ερωτηματικά, γιατί η Ιστορία της μουσικής όπως κάθε ζωντανή κουλτούρα δεν είναι καθαρή, γραμμική ή ομοιογενής. Είναι γεμάτη ρωγμές, παρεκκλίσεις, θορύβους, σώματα που δε χωρούσαν εύκολα στο κάδρο. 

Η επίσκεψη στο μουσείο του Rock Hall μπορεί να είναι συγκλονιστική. Τα αντικείμενα-φετίχ, όπως η κιθάρα του Prince, οι στίχοι των Beatles, το σακάκι του Michael Jackson λειτουργούν σαν ιερά λείψανα. Όμως η πραγματική συναισθηματική φόρτιση έρχεται αλλού: στις γωνιές όπου εμφανίζονται οι γυναίκες, οι queer φιγούρες, οι punk, οι “περίεργοι”. Εκεί που η αναγνώριση δεν αφορά απλώς τη φήμη, αλλά την επιβίωση. Το να βλέπεις τη Debbie Harry, τις Runaways, την Kathleen Hanna ή σύγχρονα συγκροτήματα να συνυπάρχουν με X-Ray Spex, δεν είναι νοσταλγία, αλλά απόδειξη συνέχειας στον χρόνο. 

Η παρουσία στο μουσείο δε σημαίνει ισότιμη ένταξη στο Hall of Fame. Υπάρχει μια σαφής διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο “εκτίθεμαι” και στο γίνομαι “αθάνατος”. Κάτω από το 10% των εισαχθέντων είναι γυναίκες. Η συντριπτική πλειοψηφία είναι λευκοί άντρες, επειδή η επιτροπή, δηλαδή μια μικρή ομάδα ανθρώπων αποφασίζει ποιοι μετρούν αρκετά, ώστε να περάσουν από το περιθώριο στη μονιμότητα. 

Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σιωπηλό αλλά σαφές: αυτό είναι το πρόσωπο του ροκ που αξίζει να θυμόμαστε. Αυτό είναι το αποδεκτό σώμα, το σοβαρό ύφος, η κανονική αφήγηση. Όλοι οι υπόλοιποι εμφανίζονται ως εξαιρέσεις, ως παράδοξα, ως συμπληρώματα. Η εκπροσώπηση μοιάζει να είναι χάρη. Τα παραδείγματα είναι κραυγαλέα. Ο Nile Rodgers χρειάστηκε έντεκα απορρίψεις για να εισαχθεί. Η Sister Rosetta Tharpe τιμήθηκε δεκαετίες αφού είχε ήδη αναγνωριστεί ως θεμέλιο της ροκ κιθάρας. Η Nina Simone περίμενε πάνω από τριάντα χρόνια από τη στιγμή που έγινε “επιλέξιμη”. Την ίδια στιγμή άντρες καλλιτέχνες εισάγονται δύο και τρεις φορές, σαν η Ιστορία να περισσεύει για κάποιους και να στερεύει για άλλους. 

Το ζήτημα δεν είναι ποιος αξίζει “περισσότερο”, αλλά ποιος καθορίζει το πλαίσιο της αξίας. Όταν ένα θεσμικό όργανο λειτουργεί ως φίλτρο μνήμης, τότε η απουσία γίνεται πολιτική πράξη σε μεγάλο βαθμό. Η μη ένταξη δεν πλήττει απλώς την υστεροφημία ενός καλλιτέχνη. Παραμορφώνει την ίδια την εικόνα του παρελθόντος. Σε μερικές δεκαετίες όταν θα ψάχνουμε την Ιστορία στα αρχεία, στα μουσεία, στις λίστες, τι θα βρούμε και ποιοι θα λείπουν; 

Για όσους δημιουργούν σήμερα έξω από τις νόρμες (γυναίκες, queer καλλιτέχνες, ανεξάρτητες σκηνές) αυτό δεν είναι θεωρητική συζήτηση, αλλά ένα υπαρξιακό ερώτημα. Υπάρχει χώρος για εμάς; Ή η Ιστορία έχει ήδη αποφασίσει ότι είμαστε “υπερβολικοί”, “δύσκολοι”, “πολλοί”; Η αίσθηση ότι πρέπει να μετράς τις ταυτότητές σου για να παραμείνεις “καταναλώσιμος” είναι το πιο ύπουλο φίλτρο αποκλεισμού. 

Η ιστορία όμως δε γράφεται μόνο από θεσμούς, αλλά από ανθρώπους που έμειναν όρθιοι χωρίς έγκριση. Από καλλιτέχνες που άφησαν σημάδια χωρίς να πάρουν βραβεία. Το Rock and Roll Hall of Fame μπορεί να αποφασίζει τι αρχειοθετείται επίσημα, αλλά δεν αποφασίζει ποιος ανήκει. Η Iστορία είναι πάντα μεγαλύτερη από τις πόρτες της και όσο υπάρχουν φωνές που επιμένουν, όσο υπάρχουν σώματα που δε χωρούν αλλά συνεχίζουν τόσο το αφήγημα θα παραμένει ανοιχτό. 

*Με στοιχεία από το Farout magazine 

 

 

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram