Κάποτε το πένθος ήταν υπόθεση κλειστών δωματίων, μαύρων ρούχων και ψιθυριστών συζητήσεων στη γειτονιά. Ήταν σιωπηλή υπόκλιση απέναντι στην απώλεια, με τους κανόνες γραμμένους όχι σε κώδικες δεοντολογίας, αλλά στην άτυπη συμφωνία των ανθρώπων να μην κάνουν θόρυβο γύρω από τον θάνατο. Σήμερα ο θάνατος έχει μικροφωνική εγκατάσταση και φώτα σκηνής. Το πένθος αντί να χωράει σε ένα μαντήλι κρυμμένο στην τσέπη, απλώνεται σε αναρτήσεις, stories, hashtags και emojis και κάπου εκεί ανάμεσα στο συναίσθημα και στο like γεννιέται μια καινούργια, άρρητη εθιμοτυπία: οι κανόνες του πένθους στα social media. 

Δεν υπάρχει επίσημο εγχειρίδιο, αλλά όλοι ξέρουν ότι υπάρχει παιχνίδι και ότι οι κινήσεις μετρούν. Θα ποστάρεις; Πότε θα ποστάρεις; Τι φωτογραφία θα βάλεις; Αν δεν ποστάρεις, μήπως δείχνει ότι δεν νοιάστηκες; Αν ποστάρεις πολύ μήπως δείχνει ότι το κάνεις για εντυπώσεις; Αυτό το λεπτό τεντωμένο σκοινί, που άλλοτε ήταν δρόμος με άσφαλτο και όρια ταχύτητας, τώρα έχει γίνει αερόσχοινο και το περπατάμε όλοι χωρίς εκπαιδευτή. 

Η νέα κουλτούρα του δημόσιου πένθους ξεκινά από το αυτονόητο: οι νεότερες γενιές ζουν μεγάλο μέρος της ζωής τους στο διαδίκτυο. Μοιράζονται το πρωινό τους, τις επιτυχίες τους, τα κατοικίδιά τους, την ώρα που βρέχει και την ώρα που λιάζεται. Η μετάβαση στο να μοιράζονται και τη θλίψη τους μοιάζει φυσική. Όμως, ενώ μια φωτογραφία καφέ ή ένα βίντεο από διακοπές δεν προσβάλλει κανέναν, το πένθος έχει άλλες ευαισθησίες. 

Κάποιοι θεωρούν το δημόσιο πένθος αδιακρισία. Άλλοι το βλέπουν σαν προσχηματική επίδειξη συναισθήματος, το λεγόμενο performative grief κι όμως οι ίδιοι που απορρίπτουν τα δημόσια δάκρυα των άλλων συχνά τα χύνουν μπροστά σε μια κάμερα όταν έρθει η δική τους ώρα. Ο ψυχολόγος Πέλαμ Κάρτερ μιλά για τον ρόλο του διαδικτύου στη διαχείριση του πένθους: ενημερώνει, συνδέει, ανακουφίζει. Σου δίνει τη δυνατότητα να μιλήσεις για τον άνθρωπο που έφυγε σε όσους δεν προλάβατε να τον αποχαιρετήσετε από κοντά, αλλά κάθε ανάρτηση είναι και μια πιθανή παραβίαση κάποιου άγραφου κανόνα. 

Αυτοί οι κανόνες δεν έχουν γραφτεί, αλλά όλοι τους νιώθουμε. Ποιος έχει το “δικαίωμα” να πενθήσει δημόσια; Πρώτα η οικογένεια, μετά οι στενοί φίλοι, μετά οι συνάδελφοι, και ύστερα –ίσως– το ευρύτερο περιβάλλον. Ποιος ποστάρει πρώτος; Σίγουρα όχι κάποιος που δεν είναι από τον στενό κύκλο και βέβαια προσοχή στις λεπτομέρειες: αν η ανάρτησή σου είναι πιο συναισθηματικά φορτισμένη από της χήρας ή του παιδιού του εκλιπόντος, μάλλον έχεις παραβεί την “ιεραρχία”. 

Υπάρχει και το θέμα της φωτογραφίας. Μια φωτογραφία από κοινού; Ένα πορτρέτο του εκλιπόντος; Κάτι αφηρημένο, όπως ένα κερί ή ένα ηλιοβασίλεμα; Όλες οι επιλογές κρύβουν παγίδες κι έπειτα, το κείμενο: λίγες λέξεις ή μακροσκελής αποχαιρετισμός; Η υπερβολική λεπτομέρεια μπορεί να θεωρηθεί επίδειξη. Η λιτότητα, αδιαφορία. 

Και μέσα σε όλα αυτά η αναπόφευκτη σύγκριση. Ποιος έγραψε το πιο συγκινητικό κείμενο; Ποιος βρήκε την πιο ωραία φωτογραφία; Ποιος πήρε τα περισσότερα likes; Το πένθος γίνεται, άθελά του, διαγωνισμός δημοφιλίας. Σαν να μετράμε με αντιδράσεις στο Facebook την ένταση της αγάπης που νιώσαμε για κάποιον. 

Από την άλλη δε λείπει και η συλλογική δύναμη. Σε κάποιες χώρες το πένθος είναι δημόσιο, γιατί είναι και υπόθεση της κοινότητας. Στην Ασία και τον Ειρηνικό οι δυνατές εκδηλώσεις θλίψης είναι απόδειξη αγάπης. Η έννοια του να “μοιραστείς” τον πόνο σου δεν είναι επίδειξη, αλλά υποχρέωση και εδώ οι πλατφόρμες δίνουν τη δυνατότητα σε αυτή τη συλλογικότητα να εκφραστεί πέρα από γεωγραφικά όρια. 

Το ζήτημα δεν είναι αν το πένθος στα social media είναι «σωστό» ή «λάθος». Είναι ότι πλέον υπάρχει και όπως κάθε νέα μορφή έκφρασης, φέρνει μαζί της καινούργιους κανόνες, καινούργιες παρεξηγήσεις, και την ανάγκη να παραδεχτούμε ότι δεν υπάρχει ένας και μοναδικός τρόπος να πενθήσεις. 

Ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση είναι αυτή που περιγράφει η Μόλι Λεβίν, όταν αναρωτιόταν πώς να «επιστρέψει» στο Instagram μετά την ανάρτηση για τον πατέρα της. Πώς συνεχίζεις; Πώς περνάς από το μαύρο της απώλειας στο χρώμα της καθημερινότητας χωρίς να δείξεις ότι “το ξεπέρασες”; Η αλήθεια είναι ότι δεν το ξεπερνάς απλώς μαθαίνεις να ζεις με αυτό και το feed σου, όπως και η ζωή σου, το αντικατοπτρίζει. 

Το πένθος στα social media είναι ένα ανοιχτό ημερολόγιο. Άλλοι θα το διαβάσουν με κατανόηση, άλλοι με κριτική ματιά. Μπορεί να το δουν σαν γνήσια ανάγκη ή σαν δημόσια παράσταση. Μα το κίνητρο όπως και η απώλεια είναι βαθιά προσωπικά. 

Και ίσως αν θέλουμε να φτιάξουμε έναν κανόνα, να είναι αυτός: όταν βλέπεις κάποιον να πενθεί δημόσια, άφησε τον δικό σου κώδικα στην άκρη και θυμήσου ότι πίσω από την οθόνη υπάρχει ένας άνθρωπος που προσπαθεί να κρατηθεί. Το αν θα το κάνει με μια σιωπή ή με μια ανάρτηση είναι δικό του δικαίωμα. Το μόνο που του χρωστάμε είναι χώρο, είτε για να μιλήσει είτε για να σωπάσει. 

 

 

 

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram.