Ο Κώστας Μπακιρτζής έφτιαξε ένα εξαιρετικό, βαθιά προσωπικό ντοκιμαντέρ για τη σύνδεσή του με τον κινηματογράφο, τα σινεμά της Θεσσαλονίκης κι ειδικά το “Βίλμα” που ταξίδεψε στον χρόνο και μετά από μακρά πορεία μας αποχαιρέτησε. Ιωάννα Ράππου και Κ.Μπακιρτζής διαχειρίζονται Βακούρα, Μακεδονικόν, Απόλλων και Ναταλί. Διατηρούν την πνοή της σκοτεινής οθόνης ζωντανή κι αυτό φαίνεται ξεκάθαρα μέσα από την ευαισθησία της αφήγησης στο ντοκιμαντέρ, “Βίλμα: To τελευταίο αντίο”. Η θέαση μίας ταινίας κι η προσέγγιση της μυσταγωγίας της αίθουσας δεν είναι απλά ψυχαγωγία, αλλά τρόπος ζωής. 

Ακούγεται ο Θωμάς Κοροβίνης να λέει, “ακόμα κι ένα μαλα@@@” με στολή παίρνει αξία. Μία εποχή δεν πρόλαβα ούτε εγώ, ούτε ο Κώστας να βιώσουμε έρχεται μπροστά στα μάτια μας μέσα από τις μαρτυρίες του Γιώργου Τσιτιρίδη και του Τάκη Σπετσιώτη. Οι κινηματογράφοι “σεξοπροβολών” ήταν χώροι κοινωνικοποίησης. Έδεσαν ανθρώπους, που μπορεί να μην είχαν καμία άλλη επαφή, πέρα από το βλέμμα μπαίνοντας και βγαίνοντας από την αίθουσα. Δεν έχουμε να κάνουμε με μία ταινία τεκμηρίωσης απόλυτα για το Βίλμα, αλλά για μία εποχή που το Βίλμα ήταν το τελευταίο της κάστρο. Εκτεταμένη αναφορά γίνεται και στο “Λαϊκόν”. 

Πρόκειται για μία κατάθεση ψυχής του Μπακιρτζή. Συνδέει άψογα τον κινηματογράφο με το βιβλίο, την εφηβεία του με το παρόν. Όλη του η ζωή είναι μία διαδρομή “πολιτισμού”. Δεν υποδύεται κάποιον άλλον, είναι ο εαυτός του. Αυθόρμητος, ειλικρινής, αληθινός. Δεν έχει τη διάθεση να συγκινήσει, το καταφέρνει όμως πηγαία. Δείχνει πως έχει μεγάλο ταλέντο πέρα από τη μουσική και στη σκηνοθεσία ενώνοντας υποδειγματικά τα κομμάτια του παζλ που είχε τα χέρια του. 

Φαίνεται κάποιες στιγμές να μιλούν οι πρωταγωνιστές για μία πραγματικότητα τόσο μακρινή κι όμως για όσους το έζησαν τα σημάδια κι οι εμπειρίες παραμένουν ανεξίτηλα. Ο τρόπος που περιγράφει ο Σπετσιώτης της πληρότητα, την ολότητα μέσα στο σκοτάδι, δείχνει ακριβώς το ανθρώπινο στοιχείο που αναπτύχθηκε μεταξύ των παρόντων. Δεν είναι τυχαίο πως εκεί μπορούσες να συναντήσεις έναν δικηγόρο, έναν επιχειρηματία, έναν γιατρό ή ακόμα κι ένα ιερέα. Η γλύκα του απαγορευμένου κι οι εικόνες (Δ.Μουγκός) γεννούν μία νοσταλγία σε όσους μιλούν. 

Μπορεί σήμερα όλοι να έχουμε τη δυνατότητα επιλογής θέασης “σεξ-ταινιών” σε υπολογιστές, κινητά, DVD, ωστόσο αυτό το ντοκιμαντέρ περιγράφει κάτι εντελώς διαφορετικό. Δεν είναι το θέαμα αυτό καθ΄αυτό, αλλά ο τόπος συνάντησης, ο τρόπος και τα συναισθήματα που γεννήθηκαν. Αυτό δεν μπορεί να συμβεί “αποστειρωμένα” στο σπίτι μας. Ήταν ένα παιχνίδι μέσα στην καθημερινότητα. Κοιτούσες την ώρα, περίμενες να πας στο σινεμά και μετά … ό,τι προκύψει. 

Για να σε αγγίξει μία ταινία όπως αυτή πρέπει να μπορείς ακόμα να ακούσεις. Όσα λένε ο Κοροβίνης, ο Σπετσιώτης, ο Τσιτιρίδης κι ο Μπακιρτζής είναι πολύ σημαντικά. Σε ταξιδεύουν και ταυτόχρονα κάνεις τους παραλληλισμούς με τη σύγχρονη αστική ζωή. Γι΄αυτό ακριβώς έχει μεγάλη αξία η συγκεκριμένη ταινία και σίγουρα θα αγαπηθεί από τον κόσμο προσεχώς στις αίθουσες.

 

 

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram