Η ερώτηση αν τα Όσκαρ εξακολουθούν να αγνοούν τις γυναίκες σκηνοθέτριες δεν είναι καινούργια, αλλά γίνεται όλο και πιο άβολη όσο περνούν τα χρόνια. Σχεδόν έναν αιώνα μετά την πρώτη απονομή των Βραβείων της Ακαδημίας, το γεγονός ότι στη φετινή κούρσα για το Όσκαρ Σκηνοθεσίας βρέθηκε μόλις μία γυναίκα, η Κλόε Ζάο λειτουργεί λιγότερο ως εξαίρεση και περισσότερο ως υπενθύμιση ενός βαθιά ριζωμένου προβλήματος κι αυτό γιατί η Ζάο δεν είναι απλώς μία γυναίκα, αλλά μια ήδη βραβευμένη δημιουργός, με ένα όνομα που η Ακαδημία γνωρίζει και εμπιστεύεται.
Το Hamnet είχε όλα τα χαρακτηριστικά που αγαπά το οσκαρικό σύστημα. Ιστορικό υπόβαθρο, συναισθηματικό βάρος, λογοτεχνική αναφορά, πένθος, δημιουργία μέσα από την απώλεια. Το είδος της ταινίας που συχνά χαρακτηρίζεται ως “Oscar bait”, επειδή κουμπώνει τέλεια σε αυτό που το σύστημα θεωρεί “σοβαρό σινεμά”. Αν η ίδια ταινία είχε γυριστεί όμως από μια πρωτοεμφανιζόμενη γυναίκα ή από μια σκηνοθέτρια χωρίς προηγούμενο Όσκαρ θα είχε φτάσει ως εδώ; Η απάντηση δύσκολα μπορεί να είναι θετική.
Η ιστορία είναι αμείλικτη. Μέχρι σήμερα μόνο τρεις γυναίκες έχουν κερδίσει το Όσκαρ Σκηνοθεσίας: η Κάθριν Μπίγκελοου, η Τζέιν Κάμπιον και η Κλόε Ζάο. Τρεις σε σχεδόν εκατό χρόνια. Η νίκη της Μπίγκελοου με το The Hurt Locker παρουσιάστηκε ως σημείο καμπής, αλλά ακόμη κι αυτή συνοδεύτηκε από μια παράξενη ειρωνεία: χρειάστηκε να σκηνοθετήσει έναν “ανδρικό” σκληρό κόσμο για να θεωρηθεί πως έχει άξια. Σαν να έπρεπε να αποδείξει ότι μπορεί να παίξει με τους κανόνες του ανδρικού βλέμματος για να της επιτραπεί η είσοδος στο κλαμπ.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι μέχρι σήμερα καμία μαύρη σκηνοθέτρια δεν έχει καν προταθεί για το συγκεκριμένο βραβείο. Η Ζάο παραμένει η μόνη γυναίκα μη λευκής καταγωγής που έχει αναγνωριστεί στην κατηγορία, κάτι που αποκαλύπτει πόσο περιορισμένη είναι η έννοια της “προόδου” που συχνά επικαλείται η Ακαδημία. Η εκπροσώπηση εμφανίζεται ως εξαίρεση, όχι ως κανόνας.
Το επιχείρημα ότι “απλώς δεν υπάρχουν αρκετές καλές γυναίκες σκηνοθέτριες” έχει προ πολλού καταρριφθεί. Η κινηματογραφική ιστορία είναι γεμάτη από δημιουργούς όπως η Ανιές Βαρντά, η Λιν Ράμσεϊ, η Αντρέα Άρνολντ, η Κλερ Ντενί, η Σελίν Σιαμά, η Σαντάλ Άκερμαν, η Τζούλι Ντας. Αν κοιτάξει κανείς το παρόν η εικόνα είναι ακόμη πιο πλούσια. Το 2025 έφερε ταινίες σκηνοθετημένες από γυναίκες που τόλμησαν, ρίσκαραν, πειραματίστηκαν κι όμως το σύστημα τις προσπέρασε σχεδόν αθόρυβα.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα Όσκαρ, αλλά η διαδρομή μέχρι εκεί. Οι γυναίκες δυσκολεύονται να χρηματοδοτήσουν μεγάλα πρότζεκτ, να μπουν σε στούντιο, να πάρουν δεύτερη και τρίτη ευκαιρία αν μια ταινία δεν πάει εμπορικά. Το σύστημα συγχωρεί πολύ πιο εύκολα τις αποτυχίες των ανδρών. Για μια γυναίκα, ένα “μέτριο” box office μπορεί να σημαίνει το τέλος. Έτσι, πολλές επιλέγουν τον ανεξάρτητο δρόμο, αλλά αυτός σπάνια οδηγεί σε οσκαρική αναγνώριση.
Υπάρχει και η ευθύνη των ίδιων των σταρ, καθώς οι επιλογές τους διαμορφώνουν τάσεις. Η Νικόλ Κίντμαν έχει μιλήσει ανοιχτά για τη δέσμευσή της να συνεργάζεται συστηματικά με γυναίκες σκηνοθέτριες και το έχει κάνει πράξη, άλλες εξίσου ισχυρές φιγούρες, παραμένουν σε μια άνετη σιωπή. Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι αυτό γίνεται από πρόθεση, αλλά η απουσία επιλογής είναι κι αυτή επιλογή.
Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι αν τα Όσκαρ αγνοούν τις γυναίκες σκηνοθέτριες, το κάνουν και το κάνουν συστηματικά. Το πραγματικό “επίδικο” είναι γιατί αυτό εξακολουθεί να θεωρείται φυσιολογικό έναν αιώνα μετά. Η ισότητα παρουσιάζεται ακόμη ως στόχος και όχι ως δεδομένο. Το σινεμά αλλάζει, οι φωνές πληθαίνουν, αλλά οι θεσμοί κινούνται με ρυθμούς άλλης εποχής κι όσο η αναγνώριση παραμένει τόσο άνισα κατανεμημένη, τα Όσκαρ θα συνεχίζουν να μοιάζουν λιγότερο με καθρέφτη της κινηματογραφικής πραγματικότητας και περισσότερο με φρουρό μιας πολύ συγκεκριμένης περιοριστικής ιστορίας.
*Mε στοιχεία από το Farout magazine
➪ Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram





