Κάποιοι ηθοποιοί που γίνονται σταρ με την mainstream έννοια. Συναντάμε όμως στο πέρασμα του χρόνους άλλους ηθοποιούς που γίνονται σημείο αναφοράς και μέτρο σύγκρισης. Ο Robert Duvall είναι ένας από αυτούς. Με τον θάνατό του στα 95 του χρόνια κλείνει ένας κύκλος που δεν αφορά μόνο μια μεγάλη καριέρα, αλλά μια ολόκληρη αντίληψη για το τι σημαίνει υποκριτική. 

Μπορεί να μην ήταν ο πιο “εκρηκτικός” της γενιάς του, δε νομίζω όμως ότι διεκδίκησε ποτέ κι αυτόν τον ρόλο. Δίπλα σε ονόματα όπως ο Robert De Niro, ο Dustin Hoffman ή ο Gene Hackman, ο Duvall έμοιαζε συχνά πιο ήσυχος, πιο γήινος. Όμως αυτό ακριβώς ήταν το πλεονέκτημά του: δεν “έπαιζε” απλά ρόλους, τους έκανε κομμάτι του εαυτού του. 

Η πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση ως ο αινιγματικός Boo Radley στο To Kill a Mockingbird άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα κι όμως χρειάστηκε σχεδόν μια δεκαετία για να μετατραπεί από πολλά υποσχόμενο ηθοποιό σε σημείο αναφοράς. Η μεγάλη καμπή ήρθε το 1972 με τον ρόλο του Tom Hagen στο The Godfather του Francis Ford Coppola. Ήρεμος, ψυχρός, ο άνθρωπος που σκεφτόταν πριν μιλήσει, που λειτουργούσε ως γέφυρα ανάμεσα στη βία και στη λογική.

Η συνέχεια ήταν μια διαδρομή μέσα από τις πιο καθοριστικές στιγμές του αμερικανικού σινεμά της δεκαετίας του ’70. Στο Apocalypse Now έδωσε στον συνταγματάρχη Kilgore μια σχεδόν σουρεαλιστική διάσταση. Η ατάκα “I love the smell of napalm in the morning” έμεινε στην ιστορία, αλλά αυτό που την έκανε αθάνατη ήταν η αίσθηση ότι ο χαρακτήρας πίστευε πραγματικά σε αυτό που έλεγε. Ο Duvall είχε την ικανότητα να κάνει το παράλογο να μοιάζει φυσικό. 

Στη συνέχεια ήρθε το The Great Santini. Ο σκληρός, αυταρχικός πατέρας, γεμάτος στρατιωτική πειθαρχία και συναισθηματική αμηχανία. Εκεί ο Duvall έδειξε ότι μπορούσε να σηκώσει μια ταινία ως πρωταγωνιστής χωρίς να θυσιάσει τη λεπτότητα του χαρακτήρα του. Ένας άνδρας γεμάτος αντιφάσεις, εγωισμό και αδυναμία. 

Η κορύφωση ήρθε με το Tender Mercies που του χάρισε το Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου. Ένας πρώην τραγουδιστής κουρασμένος από τη ζωή που προσπαθεί να ξαναβρεί νόημα. Εκεί ο Duvall απέδειξε ότι η μεγαλύτερη δύναμη στην υποκριτική δεν είναι η ένταση, αλλά η σιωπή. Κάθε του βλέμμα είχε βάρος και διαπερνά τον θεατή κάθε του παύση κουβαλάει ουσία.  

Αυτό που τον διαφοροποίησε από πολλούς συνοδοιπόρους του ήταν η άρνηση της υπερβολής. Στον κινηματογράφο της εποχής του ( γεμάτο αντι-ήρωες, βία και πολιτική ένταση) εκείνος επέλεγε τον ρεαλισμό. Έναν ρεαλισμό σχεδόν “τραχύ”, χωρίς γυάλισμα. Τον ενδιέφερε να είναι αληθινός κι αυτό τον καταξίωσε και τον βάζει στον πάνθεον της 7ης Τέχνης, του Κινηματογράφου. 

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο μπόρεσε να κινηθεί με την ίδια άνεση από το γουέστερν στο αστικό δράμα, από την τηλεόραση στις ανεξάρτητες παραγωγές. Στο Lonesome Dove απέδειξε ότι η μικρή οθόνη μπορεί να φιλοξενήσει μεγάλες ερμηνείες. Στο The Apostle που σκηνοθέτησε και πρωταγωνίστησε έφτασε ίσως στην πιο προσωπική του στιγμή: ένας ιεροκήρυκας γεμάτος πάθος, ενοχή και βία. Ένας ρόλος βαθιά ανθρώπινος. 

Ο Duvall δεν έγινε ποτέ ποπ είδωλο. Δεν κυνήγησε το star system. Ίσως γι’ αυτό έμεινε τόσο ανθεκτικός στον χρόνο. Όταν πλησίαζε τα 80, συνέχιζε να εργάζεται με την ίδια προσήλωση. Στο The Judge απέναντι στον Robert Downey Jr., απέδειξε ότι η βαρύτητα δεν χρειάζεται ένταση για να επιβληθεί. Αρκεί η παρουσία. 

Η γενιά του Duvall διαμόρφωσε το αμερικανικό σινεμά σε μια εποχή κρίσιμη. Ήταν η εποχή μετά το στούντιο-σύστημα, όταν οι ηθοποιοί απέκτησαν μεγαλύτερη ελευθερία να πειραματιστούν. Στον παρόντα χρόνο των μεγάλων franchises και της ταχύτητας της εικόνας, η καριέρα του μοιάζει σχεδόν αντισυμβατική. Δεν κυνηγούσε το hype, αλλά την ουσία του ρόλου κι αυτό είναι ίσως το πιο πολύτιμο μάθημα που αφήνει πίσω του. 

Ο Robert Duvall δεν χρειάστηκε ποτέ να φωνάξει για να ακουστεί. Στάθηκε, κοίταξε, μίλησε κι ακούστηκε πιο δυνατά από πολλούς. Η απώλειά του δεν είναι μόνο το τέλος ενός σπουδαίου ηθοποιού, αλλά το φινάλε δεκαετιών όπου η υποκριτική ήταν λιγότερο επίδειξη και περισσότερο παρατήρηση της ανθρώπινης φύσης. Σήμερα που συχνά μπερδεύουμε την ένταση με το βάθος, το όνομά του αποτελεί μία υπενθύμιση ότι η αληθινή δύναμη βρίσκεται στην απλότητα. 

 

 

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram