Στις 30 Αυγούστου του 1972, ένα φιλμ που θα άφηνε ανεξίτηλο σημάδι στις σκιές του σινεμά έκανε την πρεμιέρα του: The Last House on the Left. Η ταινία, γραμμένη και σκηνοθετημένη από τον Wes Craven στο σκηνοθετικό του ντεμπούτο και παραγωγή του Sean S. Cunningham, ήρθε σαν ένας πραγματικός εφιάλτης ντυμένος σε εικόνες.

Η ιστορία ακολουθεί τη Μαρί Κόλινγουντ, μια έφηβη που στα δέκατα έβδομα γενέθλιά της πέφτει θύμα απαγωγής και βασανισμού από μια οικογένεια βίαιων φυγάδων. Όταν οι γονείς της ανακαλύπτουν την αλήθεια, η ίδια η οικογενειακή εστία μετατρέπεται σε σκηνή εκδίκησης. Η ταινία, παρά τις δεκάδες περικοπές, πέρασε τελικά με σήμανση R, όμως το κοινό συχνά αντιδρούσε με τρόμο. Ο ίδιος ο Craven θυμόταν θεατές που απαιτούσαν να καταστραφεί το φιλμ μπροστά στα μάτια τους, ακόμα και ιδιοκτήτες κινηματογράφων που πετσόκοβαν τις κόπιες εν ώρα προβολής.

Βασισμένο στο The Virgin Spring του Ingmar Bergman (1960), το οποίο με τη σειρά του αντλεί από την παλιά σουηδική μπαλάντα Töres döttrar i Wänge, το Last House on the Left κόστισε μόλις 90.000 δολάρια για να γυριστεί. Κι όμως, η δύναμή του ξεπερνούσε κάθε προϋπολογισμό∙ έμοιαζε περισσότερο με σκοτεινό όνειρο που σέρνεται κάτω από το δέρμα του θεατή παρά με ταινία.

Αν αφήσουμε στην άκρη τον σοκ-μύθο που πάντα συνοδεύει το The Last House on the Left, η πραγματική αξία της ταινίας είναι διπλή: κινηματογραφική και πολιτισμική.

Κινηματογραφικά, ήταν η στιγμή που ο Wes Craven έστησε το ιδίωμα του horror όχι απλά σαν διασκέδαση, αλλά σαν δοκιμασία. Δεν υπάρχει ασφαλής απόσταση εδώ∙ το φιλμ δεν σε αφήνει να είσαι θεατής, σε κάνει συνένοχο. Σου φωνάζει ότι η βία δεν είναι στιλιζαρισμένη, αλλά ωμή, άβολη, ακατέργαστη. Αυτό το σπάσιμο της κινηματογραφικής αυταπάτης ήταν μια στιγμή ορόσημο: ο τρόμος δεν ήταν πια φαντασματάκια και τέρατα, αλλά το ίδιο το ανθρώπινο σκοτάδι.

Πολιτισμικά, βγήκε το 1972, μέσα στον απόηχο του Βιετνάμ, της τηλεοπτικής μετάδοσης σφαγών, της κατάρρευσης κάθε «αθωότητας» στη Δύση. Οι εικόνες του Craven έμοιαζαν με ειδήσεις μεταμφιεσμένες σε ταινία. Γι’ αυτό και τόσοι θεατές ζήτησαν να κοπεί, να καταστραφεί: γιατί έβλεπαν στην οθόνη την ίδια την βία της εποχής τους, χωρίς τον παραμικρό ρομαντισμό.

Το Last House είναι βέβαια ακατέργαστο, άνισο, πολλές φορές σχεδόν ερασιτεχνικό. Αλλά αυτή είναι και η αξία του. Είναι ένα φιλμ-κραυγή, γυρισμένο με ελάχιστα λεφτά, που έδειξε ότι ο τρόμος μπορεί να είναι πολιτικός και ηθικός. Από αυτό το σημείο και μετά, το horror δεν ήταν ποτέ ξανά το ίδιο: κάθε Texas Chainsaw, κάθε Halloween, κάθε Saw κουβαλά μέσα του λίγο από εκείνη τη σπίθα. Γι’ αυτό και η αξία του δεν είναι αν «στέκεται» καλλιτεχνικά, αλλά ότι λειτούργησε σαν μια ρωγμή μέσα από την οποία μπήκε ολόκληρη η νέα εποχή του τρόμου.

Με τα χρόνια, το The Last House on the Left απέκτησε μια φήμη τόσο διχασμένη όσο και οι ίδιες του οι ταλαντεύσεις ανάμεσα στη σκληρή βία και στην σχεδόν κωμωδία. Από τη μία, θεωρήθηκε μια «υψηλών τόνων διαστροφή» του The Virgin Spring του Μπέργκμαν, ένα παλλόμενο μετα-χιππικό hangover, τόσο βαρύ όσο και το Gimme Shelter των Rolling Stones, δυο χρόνια νωρίτερα. Από την άλλη, ήταν ένα φιλμ γεμάτο ανηλεή σαδισμό, τόσο ώστε οι Βρετανοί λογοκριτές αρνήθηκαν να του δώσουν άδεια προβολής, ενώ τη δεκαετία του ’80 κατατάχθηκε στη διαβόητη λίστα των “video nasties”, με αποτέλεσμα να παραμένει απαγορευμένο στην πλήρη εκδοχή του μέχρι το 2008. Χρειάστηκαν δεκαετίες για να πάψει να αντιμετωπίζεται ως μια απλή χυδαιότητα χωρίς καμία καλλιτεχνική αξία. Κι όμως, ακόμη και σήμερα, η ταινία εξακολουθεί να έχει τη δύναμη να σοκάρει, να αηδιάζει και να ταράζει, ίσως γιατί κοιτάζει τον θεατή κατάματα, χωρίς να του αφήνει χώρο να κρυφτεί.

Κι όμως, υπήρξαν κριτικοί που τόλμησαν να υπερασπιστούν την ταινία στην εποχή της – με πιο χαρακτηριστικό τον Roger Ebert, ο οποίος περιέγραψε ένα κοινό που περίμενε φθηνό exploitation να «τραντάζεται στα ψυχικά του θεμέλια» αντί για αυτό. Παρ’ όλα αυτά, το The Last House on the Left δεν θα κέρδιζε πραγματική εκτίμηση παρά μόνο χρόνια αργότερα, όταν το Texas Chainsaw Massacre επιβεβαίωσε τη δύναμη του ρεαλιστικού τρόμου και ο Craven απέδειξε ότι δεν ήταν ένα πυροτέχνημα της στιγμής.

Αν καταφέρεις να ξεπεράσεις την αρχική αηδία — «τι είδους διεστραμμένος θα ήθελε να δει κάτι τέτοιο;» — τότε ο ψυχικός τρόμος και η παγίδα πανικού που διαποτίζουν τις εικόνες του φιλμ βρίσκουν τον τρόπο να εισχωρήσουν στο σύστημά σου για πάντα. Σπάνια υπήρξε τόσο μικρή απόσταση ανάμεσα σε θεατή και χαρακτήρα, τόσο άμεση μεταφορά ωμής συναισθηματικής εμπειρίας από την οθόνη στο σώμα σου.

Η ταινία μοιάζει ακόμα με χειροπιαστό εφιάλτη χειροπιαστό, όχι σαν μια αφήγηση που παρακολουθείς, αλλά μια εμπειρία που κουβαλάς μέσα σου, σαν βρόμικο αποτύπωμα που δεν ξεθωριάζει ποτέ.

 

 

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram.