Kάποιες στιγμές η βιομηχανία του θεάματος μοιάζει να έχει ξεχάσει τον λόγο ύπαρξής της. Όλα γίνονται πιο γρήγορα, πιο μεγάλα, πιο εντυπωσιακά. Λιγότερα όμως μένουν. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη μια επιτυχία όπως το “Project Hail Mary” δεν είναι απλώς ένα δυνατό άνοιγμα στο box office, αλλά μια υπενθύμιση. Ο Ράιαν Γκόσλινγκ με τη Σάντρα Ούλερ στα καλύτερά τους. 

Μια ταινία με προϋπολογισμό 200 εκατομμυρίων δεν αρκεί να εντυπωσιάσει, οφείλει να δικαιολογήσει την ύπαρξή της. Τα 80,5 εκατομμύρια στο άνοιγμά της είναι ένα σήμα. Το κοινό έχει απομακρυνθεί από το αδιάφορο σινεμά, επιστρέφει όμως όταν κρίνει πως αξίζει τον κόπο. Το στοίχημα της Amazon MGM ήταν μεγάλο. Μια εταιρεία που προσπαθεί ακόμη να αποδείξει ότι ανήκει πραγματικά στη μεγάλη οθόνη, βρέθηκε απέναντι σε μια σκληρή πραγματικότητα. Αποτυχίες, υπερκοστολογημένα πρότζεκτ, ταινίες που χάθηκαν μέσα στον θόρυβο. Χρειαζόταν κάτι καθαρό, που να θυμίζει γιατί οι αίθουσες έχουν ακόμη λόγο ύπαρξης. 

Το “Project Hail Mary” πέτυχε ακριβώς εκεί, επειδή καταλαβαίνει κάτι βασικό. Η τεχνολογία δεν αρκεί. Το θέαμα δεν αρκεί. Χρειάζεται ο παράγοντας άνθρωπος. Η σύγκριση με το “The Martian” δεν είναι τυχαία. Η ίδια ισορροπία. Επιστήμη και συναίσθημα, κίνδυνος και ελπίδα. Ένας ήρωας που δεν σώζει απλώς τον κόσμο. Προσπαθεί πρώτα να καταλάβει τη θέση του μέσα σε αυτόν. Εκεί βρίσκεται η διαφορά κι η επιτυχία. Φυσικά ρόλο καταλύτη σε όλο αυτό διαδραματίζει ο Ράιαν Γκόσλινγκ. 

Το κοινό δεν πηγαίνει πια στο σινεμά από συνήθεια. Πηγαίνει όταν υπάρχει λόγος. Τα premium formats, οι IMAX αίθουσες, οι μεγάλες οθόνες δεν είναι πολυτέλεια. Είναι η εμπειρία που δεν μπορεί να αντικατασταθεί. Το γεγονός ότι πάνω από το μισό των εισιτηρίων ήρθε από αυτές τις αίθουσες δεν είναι λεπτομέρεια. Σημεία των καιρών που δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε. Το σινεμά δεν ανταγωνίζεται πλέον το σινεμά, αλλά το σπίτι, ο streaming, την ευκολία. Για να κερδίσει πρέπει να προσφέρει κάτι που δεν αντιγράφεται. Ένταση, συλλογική εμπειρία, σιωπή σε μια σκοτεινή αίθουσα που μοιράζεται. 

Την ίδια στιγμή η επιτυχία αυτή αποκαλύπτει και κάτι ακόμη. Το κοινό θέλει ιστορίες με ρίσκο, όχι απαραίτητα πρωτότυπες, αλλά ουσιαστικές. Το “Project Hail Mary” δεν πατά μόνο στο spectacle. Αγγίζει μια αγωνία που όλοι αναγνωρίζουν. Τι σημαίνει να προσπαθείς όταν όλα μοιάζουν χαμένα. Απέναντι σε αυτό η υπόλοιπη αγορά δείχνει την αμηχανία της. Sequels που απλώς επαναλαμβάνουν, μεγάλες παραγωγές που δεν αφήνουν τίποτα πίσω τους, ταινίες που ανοίγουν και χάνονται σε δύο εβδομάδες. Η αποτυχία δεν είναι πια έκπληξη, αλλά μοτίβο. 

Η επιτυχία, αντίθετα, γίνεται γεγονός. 

Η Amazon MGM βρήκε επιτέλους ένα τέτοιο γεγονός. Έδωσε χώρο σε δημιουργούς, επένδυσε σε μια ιστορία που έχει πυρήνα και δε φοβήθηκε να την παρουσιάσει ως εμπειρία. Αυτό είναι το πραγματικό μάθημα. Δε χρειάζονται περισσότερες ταινίες, αλλά καλύτεροι λόγοι για να τις δεις. Το κοινό δεν είναι κουρασμένο από το σινεμά, αλλά από την επανάληψη. Όταν του δώσεις κάτι που αξίζει, θα έρθει. Θα πληρώσει, θα μιλήσει, θα το προτείνει. Το word of mouth κερδίζεται. 

Και κάπου εκεί μέσα σε αριθμούς και ρεκόρ, εμφανίζεται ξανά το βασικό ερώτημα. Γιατί πηγαίνουμε σινεμά; 

Η απάντηση δεν βρίσκεται στα 80 εκατομμύρια. Βρίσκεται σε αυτό που νιώθεις όταν τελειώνει η ταινία και δε σηκώνεσαι αμέσως από τη θέση σου. Αν το “Project Hail Mary” αφήσει κάτι πίσω του, δεν θα είναι το ρεκόρ. Θα είναι αυτή η αίσθηση, ότι το σινεμά όταν θέλει μπορεί ακόμη να σε κρατήσει. 

Η ταινία προβάλλεται στις ελληνικές αίθουσες από τις 19 Μαρτίου 

*Mε στοιχεία από το Variety 

 

 

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram