Μια ερώτηση πλανάται, θέλεις να την κάνεις σήμερα σε έναν άνθρωπο που βλέπει ταινίες και θα σου αποκαλύψει πολλά περισσότερα απ’ ό,τι νομίζεις: ποιο είναι το τελευταίο τραγούδι που θυμάσαι να είναι δεμένο, αξεδιάλυτα, με μια ταινία; Όχι απλώς να ακούστηκε σε μια σκηνή ή να μπήκε για λίγα δευτερόλεπτα σε ένα trailer, αλλά να έγινε το αναπόσπαστο κομμάτι της ταινίας στη συλλογική συνείδηση. Να την κουβαλάει μαζί του όπου κι αν παίζει, στο ραδιόφωνο, στο αυτοκίνητο, σε ένα μπαρ, σε ένα σούπερ μάρκετ.  

Κάποτε αυτό συνέβαινε συνέχεια. Η δεκαετία του ’90 για παράδειγμα ήταν το τελευταίο μεγάλο βασίλειο του κινηματογραφικού τραγουδιού που γινόταν συλλογική εμμονή. Ο κόσμος δεν “έβρισκε” τραγούδια από ταινίες. Τα τραγούδια από ταινίες τον έβρισκαν και τον κυνηγούσαν μέχρι να τον στοιχειώσουν. Wet Wet Wet και Four Weddings and a Funeral. Céline Dion και Titanic. Bryan Adams και Robin Hood. Και, πάνω απ’ όλα, η Whitney Houston με το “I Will Always Love You” από το The Bodyguard: ένα κομμάτι που δεν έπαιζε απλώς παντού, έπαιζε για πάντα. Ένα τραγούδι-σειρήνα που έμπαινε σε κάθε στερεοφωνικό σαν να ήταν υποχρεωτική κρατική μετάδοση. Η εποχή είχε αυτή την απλότητα: μια ταινία γινόταν επιτυχία, το τραγούδι γινόταν επιτυχία και μετά το τραγούδι γινόταν η ίδια η ταινία. 

Αν το σκεφτεί κανείς εκείνο το μοντέλο είχε κάτι βαθιά αναλογικό. Το ραδιόφωνο και η τηλεόραση λειτουργούσαν ως λίγες μεγάλες βρύσες από τις οποίες έπινε όλη η κοινωνία. Η κουλτούρα ήταν λιγότερο κατακερματισμένη. Όταν ένα κομμάτι έπιανε κορυφή, έπιανε κορυφή για όλους κι όταν ένα κομμάτι συνδεόταν με μια ταινία, δεν ήταν απλώς marketing: ήταν μια μορφή κοινής μνήμης. 

Τριάντα χρόνια μετά δεδομένα κάτι έχει αλλάξειι και δεν είναι μόνο θέμα γούστου κι αισθηατικής, είναι θέμα μηχανισμών. Σήμερα αν σκεφτείς ταινία και μουσική, το πιο πιθανό είναι να σου έρθει στο μυαλό ένα τραγούδι του τύπου, Hans Zimmer και το καλαμποκοχώραφο του Interstellar. Clint Mansell και το “Lux Aeterna” από το Requiem for a Dream, δηλαδή ένα κομμάτι που δεν έγινε επιτυχία με την κλασική έννοια, αλλά έγινε ο ήχος μιας ολόκληρης γενιάς από trailers, memes, τηλεοπτικές εκπομπές και μιας γενικότερης αίσθησης υπαρξιακού πανικού. Είναι σαν να μετατοπίστηκε η σχέση μας: από το “τραγούδι που παίζει παντού” στο “θέμα που κουβαλάει την ατμόσφαιρα”. 

Οι αριθμοί μάλιστα δείχνουν ότι δεν πρόκειται για προσωπική εντύπωση. Σύμφωνα με δεδομένα που επικαλείται το statsignificant.com, οι αναζητήσεις στο Google για τον όρο “movie soundtrack” έχουν μειωθεί θεαματικά: από περίπου 60 εκατομμύρια τον μήνα το 2004 σε λιγότερα από 20 εκατομμύρια στις αρχές της φετινής χρονιάς. Το ενδιαφέρον για το “soundtrack” ως αυτόνομη έννοια φαίνεται να ξεφουσκώνει και στη θέση του έρχεται κάτι άλλο: η αναζήτηση μεμονωμένων τραγουδιών, συχνά παλιότερων δεκαετιών που ξαναχρησιμοποιούνται σε νέες ταινίες. 

Αυτό αξίζει να σημειωθεί, γιατί το σινεμά σήμερα δεν “γεννά” τόσο εύκολα καινούρια pop τραγούδια. Αντιθέτως, “δανείζεται” έτοιμα. Παίρνει ένα κομμάτι από το παρελθόν, το βάζει σε μια σκηνή,και το ξαναλανσάρει. Το παράδειγμα των Nirvana με το “Something in the Way” στο The Batman (2022) είναι χαρακτηριστικό: δε δημιουργήθηκε ένα νέο hit για την ταινία. Η ταινία έγινε μηχανή επανενεργοποίησης ενός παλιού κομματιού. Ένα είδος πολιτισμικής ανακύκλωσης, όπου το παρόν τρέφεται από το αρχείο. 

Αν κοιτάξει κανείς την “επιστημονική” πλευρά του πράγματος, δηλαδή τα chart η εικόνα γίνεται ακόμη πιο καθαρή. Οι ’90s ήταν πράγματι η δεκαετία που έδωσε τον μεγαλύτερο αριθμό τραγουδιών από ταινίες που έφτασαν στην κορυφή του Billboard, τουλάχιστον από τα ’60s και μετά. Το “I Will Always Love You κρατάει ένα ρεκόρ που μοιάζει αδιανόητο σήμερα: 14 εβδομάδες στο νούμερο 1. Στη δεύτερη θέση σχεδόν ισόπαλο ως προς την εμμονική του κυριαρχία, το End of the Road των Boyz II Men από την κωμωδία Boomerang με τον Eddie Murphy με 13 εβδομάδες στην κορυφή. Τότε μια ταινία μπορούσε να σπρώξει ένα τραγούδι σε τέτοια επίπεδα, που να μην υπάρχει “διαφυγή” από αυτό. 

Ήδη πριν από τα ’90s, τα ’80s είχαν ήδη χτίσει το έδαφος. Ήταν η δεκαετία όπου η pop κουλτούρα έμαθε να λειτουργεί ως ένα ενιαίο οικοσύστημα: κινηματογράφος, τηλεόραση, ραδιόφωνο, MTV. Berlin με το “Take My Breath Away” στο Top Gun. Simple Minds με το “Don’t You Forget About Me” στο The Breakfast Club. Ray Parker Jr. με το “Ghostbusters”. Κομμάτια που δεν έδεσαν απλώς με τις ταινίε, έγιναν οι τίτλοι τους. Τα ’80s, σύμφωνα με την ίδια ανάλυση είναι η δεκαετία που είχε τα περισσότερα τραγούδια συνολικά μέσα σε ταινίες και τηλεόραση με μια έκρηξη από “συνώνυμα” μεταξύ εικόνας και ήχου. 

Ο 21ος αιώνας βέβαια δεν μπορεί να χαρακτηριστεί κενός. Έχει κι αυτός τις δικές του στιγμές, απλώς λειτουργούν αλλιώς. Αν εξαιρέσει κανείς το 8 Mile του Eminem που είναι ειδική περίπτωση, γιατί ο ίδιος ο ράπερ είναι ο πρωταγωνιστής και το τραγούδι “Lose Yourself” είναι κομμάτι του μύθου το, οι μεγάλες επιτυχίες που συνδέθηκαν με ταινίες ήταν πιο σποραδικές. Pharrell και “Happy” στο Despicable Me 2. Wiz Khalifa με το “See You Again” στο Furious 7. Destiny’s Child με το “Independent Women Part 1” στο Charlie’s Angels. Όλα μεγάλα hits, αλλά όχι με εκείνη τη μονοκρατορία του παρελθόντος, ούτε με εκείνη την αίσθηση ότι “όλος ο κόσμος” ακούει το ίδιο πράγμα για μήνες. 

Στην εξίσωση φυσικά πρέπει να συμπεριλάβουμε τον τυφώνα της τηλεόρασης ή μάλλον του streaming. Εκεί συνέβη κάτι σχεδόν ειρωνικό: η μεγαλύτερη απόδειξη της δύναμης της μαζικής προβολής δεν ήταν ένα καινούριο τραγούδι, αλλά ένα που κλείνει τα 40 του χρόνια. Το Stranger Things έκανε αυτό που το σινεμά δυσκολεύεται πλέον να κάνει: πήρε την Kate Bush και το “Running Up That Hill (A Deal with God)” (1985) και το εκτόξευσε ξανά στην κορυφή. Οκτώ χώρες, επιστροφή στα charts, πάνω από ένα δισεκατομμύριο streams στο Spotify, επανεκδόσεις σε βινύλιο, εκατομμύρια σε έσοδα. Μια σειρά του 2020s λειτούργησε σαν χρονομηχανή. 

Γίνεται σαφές πως δε χάθηκε η δύναμη της σύνδεσης εικόνας και μουσικής. Χάθηκε η παλιά της διαδρομή. Το τραγούδι δεν περνάει πια από την ίδια κεντρική λεωφόρο. Περνάει από χίλια μικρά στενά: playlists, TikTok, clips, αλγόριθμους, σκηνές που αποσπώνται από το σύνολο. Η εποχή δεν παράγει πια “τραγούδια-μονοπώλια” για ταινίες, γιατί δεν υπάρχει πια ο ίδιος τρόπος να υπάρξει μονοπώλιο. 

Επιστρέφοντας στην αρχική ερώτηση “ποιο είναι το τελευταίο τραγούδι που θυμάσαι να είναι δεμένο με μια ταινία” η απάντηση πολύ συχν δεν θα είναι ένα νέο pop hit, αλλά κάτι παλιό που επέστρεψε ή ένας ήχος που δεν έγινε τραγούδι, αλλά έγινε αίσθηση. Όλα τα παραπάνω αντικατοπτρίζουν την εποχή που βιώνουμε: δεν ζούμε πια μέσα σε ένα τραγούδι, αλλά μέσα σε ένα αρχείο. 

*Mε στοιχεία από το Farout Magazine 

 

 

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram