Ο Marlon Brando (Μάρλον Μπράντο) κουβαλά μια από τις πιο παράξενες αντιφάσεις στην ιστορία του σινεμά. Για δεκαετίες θεωρήθηκε ο κορυφαίος ηθοποιός της γενιάς του, ίσως και κάτι περισσότερο. Την ίδια στιγμή ο ίδιος πέρασε μεγάλο μέρος της καριέρας του συμπεριφερόμενος σαν άνθρωπος που δεν άντεχε πια ούτε το επάγγελμα ούτε τον μύθο που είχε χτιστεί γύρω από το όνομά του. 

Αυτό είναι που κάνει την περίπτωσή του τόσο γοητευτική και ταυτόχρονα τόσο θλιβερή. Ο Μπράντο δεν ήταν απλώς ένας ιδιοφυής ηθοποιός. Ήταν ένας καλλιτέχνης που έμοιαζε να χάνει σταδιακά κάθε πίστη στην τέχνη του. Η φράση που χρησιμοποίησε για το “The Night of the Following Day” του 1969 είναι αποκαλυπτική. Είπε ότι η ταινία είχε «τόση λογική όση ένας αρουραίος που πηδάει ένα γκρέιπφρουτ». Είναι χυδαίο, υπερβολικό και απολύτως δικό του. Πίσω όμως από την ατάκα υπάρχει η φανερή περιφρόνηση ενός ανθρώπου που είχε αρχίσει να βλέπει τον κινηματογράφο σαν πεδίο απογοήτευσης. 

Το συγκεκριμένο φιλμ δεν είναι από εκείνα που μνημονεύονται πρώτα όταν μιλάμε για τον Μπράντο. Δεν είναι ούτε το “On the Waterfront”, ούτε το “A Streetcar Named Desire”, ούτε φυσικά ο κατοπινός του θρίαμβος στον “Νονό”. Ακριβώς γι’ αυτό έχει ενδιαφέρον. Στέκεται σε ένα κομβικό σημείο της πορείας του. Στο τέλος μιας δεκαετίας που άρχισε με μεγάλες φιλοδοξίες και κατέληξε σε μια σειρά από ταινίες που συχνά τον άφηναν πικραμένο, κουρασμένο ή ανοιχτά εχθρικό. 

Στο χαρτί, το “The Night of the Following Day” δε μοιάζει παράλογο. Ένα crime story με απαγωγή, λύτρα, δυσπιστία και εσωτερική διάλυση της συμμορίας. Ο Μπράντο παίζει έναν σοφέρ, ο Ρίτσαρντ Μπουν και η Ρίτα Μορένο πλαισιώνουν την ιστορία, ενώ η πλοκή υπόσχεται ένταση και κλειστοφοβία. Μια χαρά αφετηρία. Το πρόβλημα με τον Μπράντο δεν ήταν ποτέ το σενάριο, αλλά αυτό που έβλεπε να συμβαίνει όταν το χαρτί γινόταν ταινία. 

Η οργή του δεν στρεφόταν μόνο προς το σενάριο ή τη δραματουργία. Στρεφόταν και προς την εξουσία του σκηνοθέτη. Ο Χιούμπερτ Κόρνφιλντ έγινε ένας ακόμη δημιουργός που βρέθηκε απέναντι σε έναν σταρ ο οποίος όχι μόνο δεν εμπιστευόταν τη σκηνοθετική καθοδήγηση, αλλά ήθελε ουσιαστικά να την ακυρώσει. Ο Μπράντο πίεσε τόσο πολύ, ώστε ο Κόρνφιλντ βγήκε από τη μέση και ο Ρίτσαρντ Μπουν οδηγήθηκε στη σκηνοθετική καρέκλα. 

Όταν ο Μπράντο δεν πίστευε σε κάτι, δεν το έκρυβε. Το υπονόμευε, το ειρωνευόταν, το έσπρωχνε προς την απορρύθμιση. Συχνά έκανε το ίδιο και με τον εαυτό του. Εκεί βρίσκεται και η μεγάλη του τραγωδία. Δε βαρέθηκε επειδή δεν είχε ταλέντο ή επειδή δεν είχε πια τι να δώσει. Βαρέθηκε ακριβώς επειδή ήξερε πολύ καλά τι μπορούσε να είναι η υποκριτική και πόσο σπάνια το έβρισκε αυτό στο σύστημα του Χόλιγουντ. Η αδιαφορία του δεν γεννήθηκε από την ανεπάρκεια. 

Μετά τη δεκαετία του ’70 αυτή η διάθεση έγινε σχεδόν μόνιμη. Ο Μπράντο έμοιαζε όλο και περισσότερο με άνθρωπο που εμφανιζόταν μπροστά στην κάμερα επειδή το ποσό ήταν πολύ μεγάλο για να το αρνηθεί. Δεν ήταν ο μόνος σταρ που δούλευε για τα χρήματα. Ήταν όμως από τους λίγους που το πρόδιδαν τόσο ανοιχτά. Από ένα σημείο και μετά, το κοινό δεν παρακολουθούσε μόνο έναν ηθοποιό. Παρακολουθούσε και τη φθορά της σχέσης του με το ίδιο του το επάγγελμα. 

Γι’ αυτό και το “The Night of the Following Day” έχει αξία ως σύμπτωμα. Δεν είναι απαραίτητα η χειρότερη ταινία στην οποία έπαιξε. Είναι όμως μια από τις πιο ενδεικτικές. Μέσα της ακούγεται ο ήχος ενός καλλιτέχνη που αρχίζει να αποσυνδέεται από τη δουλειά του. Ένας άνθρωπος που δεν μπορεί πια να προσποιηθεί ότι σέβεται κάτι μόνο και μόνο επειδή βρέθηκε μέσα του. 

Υπάρχει, βέβαια, και μια δεύτερη ειρωνεία. Την ίδια χρονιά λίγους μήνες αργότερα ήρθε το “Burn!” του Τζίλο Ποντεκόρβο, μια ταινία που ο ίδιος ο Μπράντο θυμόταν ως την καλύτερη ερμηνεία που έκανε ποτέ. Αυτό έχει σημασία. Δείχνει ότι η φωτιά υπήρχε ακόμη. Το πρόβλημα ήταν ότι ο Μπράντο είχε αρχίσει να βρίσκει όλο και πιο σπάνια λόγους για να την ανάψει. 

Τελικά ο Μάρλον Μπράντο δεν έγινε μύθος μόνο επειδή ήταν τεράστιος ηθοποιός. Έγινε μύθος και επειδή ενσάρκωσε κάτι βαθιά σύγχρονο: την κόπωση ενός ανθρώπου που έχει φτάσει στην κορυφή και δε βρίσκει πια νόημα σε ό,τι τον ανέβασε εκεί. Η ιδιοφυΐα του συμβάδιζε με μια μόνιμη δυσφορία. Το ταλέντο του με μια τάση αυτοϋπονόμευσης. Η αίγλη του με μια σχεδόν παιδική περιφρόνηση προς το παιχνίδι που υποτίθεται ότι έπρεπε να συνεχίσει να παίζει. 

Το “The Night of the Following Day” είναι ένας σταθμός στη διαδρομή ενός ηθοποιού που είχε αρχίσει να μισεί τον μηχανισμό που τον έκανε θεό και γι’ αυτό να παραμένει τόσο ενδιαφέρον. Ο Μπράντο δεν υποδύθηκε μόνο μεγάλους χαρακτήρες. Υποδύθηκε μέχρι τέλους και τη δική του αποστροφή προς τον θρύλο που τον κατάπινε. 

*Με στοιχεία από το Farout Magazine 

 

 

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram