Κάποιοι σκηνοθέτες “γυρίζουν” μια πόλη κι άλλοι σκηνοθέτες την αποκαλύπτουν. Ο Γιοακίμ Τρίερ ανήκει στη δεύτερη κατηγορία, γιατί το Όσλο στις ταινίες του δεν είναι ντεκόρ. Είναι οι δρόμοι που σε οδηγούν κάπου και οι σιωπές που σε επιστρέφουν πίσω. Είναι τα πάρκα που μοιάζουν καταπράσινα αλλά ταυτόχρονα άδεια, το φιόρδ που σκοτεινιάζει σαν σκέψη, η βόλτα που λειτουργεί σαν ψυχανάλυση κι αυτό είναι το ιδιαίτερο του Τρίερ: δε “διαφημίζει” την πόλη του, την κάνει να σε αφορά.
Στο νέο του φιλμ, το “Sentimental Value”, το Όσλο ξαναγίνεται ο καμβάς μιας ιστορίας οικογενειακής τριβής και ανείπωτης θλίψης. Αυτή τη φορά το σύμβολο είναι ένα σπίτι στο Φρόγκνερ: ένα ξύλινο, σχεδόν παραμυθένιο κτίσμα σε στυλ dragestil, με στέγη απότομη και λεπτομέρειες σαν κερασάκι πάνω σε τούρτα. Ένα σπίτι που δεν ταιριάζει με τις “ευγενικές” πολυκατοικίες και τις πρεσβείες τριγύρω, άρα κουβαλά από μόνο του μια μικρή εξέγερση. Ο Τρίερ το περιγράφει άγριο, ζωντανό μέσα σε μια πόλη που συχνά δείχνει συγκρατημένη και πράγματι: το σπίτι λειτουργεί σαν μνήμη που δεν κατεδαφίζεται.
Η ταινία ανοίγει με μία ποιητική εικόνα. Είναι το εσωτερικό θέμα του Τρίερ: ο χρόνος ως διάβρωση, η οικογένεια ως δομή που στέκει αλλά έχει ρωγμές. Έπειτα το φιλμ κάνει άλμα δεκαετιών και βρίσκει τη Νόρα ενήλικη: επιτυχημένη ηθοποιό του θεάτρου, να δηλώνει με ένα μισό χαμόγελο ότι είναι “80% χαλασμένη”. Μια φράση που ακούγεται αστεία και μετά σε πονάει.
Ο πατέρας της, ο Γκούσταβ, ένας παλιός σκηνοθέτης (τον υποδύεται ο Στέλαν Σκάρσγκαρντ) επιστρέφει μετά τον θάνατο της μητέρας. Διεκδικεί την επανασύνδεση και ζητά από τη Νόρα να πρωταγωνιστήσει στη νέα του ταινία. Εκείνη αρνείται, επειδή δεν θέλει πια ρόλους από τον πατέρα της. Θέλει τον ίδιο παρόντα κι αυτή είναι μια από τις πιο σκληρές αλήθειες της ενηλικίωσης: κάποια στιγμή καταλαβαίνεις ότι δεν διαπραγματεύεσαι άλλο με υποκατάστατα.
Ο Γκούσταβ, όπως κάθε άνθρωπος που δεν αντέχει την απόρριψη, βρίσκει αλλού αυτό που δεν του δίνεται. Κάνει cast μια νεαρή Αμερικανίδα σταρ (η Έλ Φάνινγκ). Ο Τρίερ έχει ως σημείο αναφοράς μικρές κινήσεις, βλέμματα, την υπομονή που “μένει” στο πρόσωπο ενός ηθοποιού όταν δεν μιλά.
Αυτό είναι το σινεμά του Τρίερ: κοντινά πλάνα που δεν εκβιάζουν το συναίσθημα. Ο ίδιος λέει ότι τον συγκινεί το γεγονός πως στο σινεμά επιτρέπεται να είσαι τόσο κοντά σε έναν άνθρωπο όσο δεν επιτρέπεται κοινωνικά. “Δεν μπορείς να κάθεσαι και να κοιτάς το πρόσωπο του άλλου στη ζωή”, υπονοεί. Στην ταινία όμως μπορείς και αυτό το προνόμιο το χρησιμοποιεί σαν ηθική πράξη: να δώσεις χώρο στο άρρητο.
Δεν είναι τυχαίο ότι γύρω του έχει χτίσει μια σταθερή ομάδα συνεργατών. Η Ρενάτε Ράινσβε ξαναγίνεται το κέντρο, ο Άντερς Ντάνιελσεν Λι παραμένει ο ιδανικός φορέας εκείνης της νορβηγικής μελαγχολίας που ο Τρίερ κάνει παγκόσμια και ο διευθυντής φωτογραφίας Κάσπερ Τούξεν κινηματογραφεί με ευαισθησία. Ακούγεται χαριτωμένο, αλλά είναι αποκαλυπτικό: σε ένα επάγγελμα που ευνοεί τον “στρατηγό” σκηνοθέτη, ο Τρίερ επιμένει στον σκηνοθέτη-άνθρωπο. Λέει ότι προτιμά την “τρυφερή ενθάρρυνση” από τη ματσίλα, γιατί έτσι δουλεύουν καλύτερα οι άνθρωποι που ο ίδιος θέλει δίπλα του. Αυτό δεν είναι μόνο στυλ, αλλά η θέση για το τι είδους τέχνη παράγεις.
Ίσως γι’ αυτό γεννήθηκε ως αστείο αλλά ακούστηκε και αληθινό το “Joachim Trier Summer”. Σαν μια ειρωνική φράση που περιγράφει το να περπατάς στο Όσλο τον Ιούνιο, να γυρνάς από πάρτι με τη μυρωδιά από πασχαλιές και μια γλυκιά θλίψη να σε συνοδεύει. Ένα καλοκαίρι που δεν είναι καρτ-ποστάλ, αλλά εσωτερικό κλίμα: φωτεινό απ’ έξω, μελαγχολικό από μέσα. Αυτό ακριβώς κάνει ο Τρίερ στην πόλη του την μετατρέπει σε αίσθηση.
Χωρίς υπερπαραγωγές και τουριστικά πλάνα ο Τρίερ έβαλε το Όσλο στον κινηματογραφικό χάρτη με τον πιο δύσκολο τρόπο: κάνοντάς το συναισθηματικά αναγνωρίσιμο. Οι πόλεις που μένουν στο σινεμά δεν είναι αυτές που φαίνονται όμορφες, αλλά αυτές που μοιάζουν αληθινές όταν πονάνε.
*Με στοιχεία από το Νew Yorker
➪ Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram





