O κινηματογράφος είναι μέρος της κοινωνικής ζωής. Η Θεσσαλονίκη βιώνει ένα τεράστιο πένθος τις τελευταίες ώρες και να επιλέξει να δει κανείς τη νέα ταινία του Ολιβιέ Λασέ (“Mimosas”, “Θα έρθει Φωτιά”) σε αυτήν τη συνθήκη αποτελεί από μόνο του πράξη υπέρβασης. Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής στις Κάννες, έξι Βραβεία από την Ευρωπαϊκή Ακαδημία και δύο υποψηφιότητες για Όσκαρ (Διεθνής Ταινία, Ήχος). Το “Sirat” είναι το πέρασμα, η γέφυρα από κάτι απτό που ζούμε σε αυτό που ακολουθεί μετά το τέλος. Επομένως έχουμε μία καταβύθιση μάλλον προς την κόλαση κι όχι προς τον παράδεισο που αφήνει τα σημάδια της ανεξίτηλα τόσα στους πρωταγωνιστές, όσο και στους θεατές.
Αφετηρία με έναν λόφο μέσα στην έρημο. Η εικόνα του επαναλαμβάνεται δύο φορές. Στη βραδινή λήψη φωτίζεται. Εδώ έρχεται η πρώτη σύνδεση με το απόκοσμο και δίνεται μία έμμεση προοικονομία δίχως σαφήνεια για το τι θα ακολουθήσει. Ξαφνικά μεταφερόμαστε σε ένα rave party κι η δράση ξεκινάει. Άνθρωποι πίνουν, καπνίζουν, χορεύουν, αναζητούν μία διέξοδο από τους εξοντωτικούς ρυθμούς στην καθημερινότητας. Ανάμεσά τους εμφανίζονται ένας πατέρας με τον γιο του που αναζητούν την κόρη κι αδελφή, Μαρίν. Η απελπισία σε τέτοιες καταστάσεις είναι κακός σύμμαχος. Η συγκυρία είναι καθοριστική κι ένα ταξίδι προς το άγνωστο ξεκινάει.
Σε αυτή τη διαδρομή κυριαρχεί ο πόνος, βουβός και μη και η διαχείριση της απώλειας. Παράλληλα δίνεται ένα μήνυμα για την ματαιότητα των πάντων σε έναν κόσμο που διαρκώς σκοτεινιάζει. Ο Λασέ θέλει να πατήσει το κουμπί του reset, της πολυπόθητης επανεκκίνησης, αλλά δεν μπορεί να το βρει. Ο ίδιος μάλιστα δήλωσε στο Flix πως σε αυτήν την κατάσταση θα ήθελε να φύγει από αυτόν τον κόσμο χορεύοντας σε ένα rave party. Η ταινία είναι ταυτόχρονα πολιτική και βαθιά υπαρξιακή. Σε θέτει σε ρόλο πρωταγωνιστή και ταυτόχρονα σε δύσκολη θέση. Όταν ένα λάθος κοστίζει τόσο πολύ, υπάρχει περιθώριο για εξαγνισμό των αμαρτιών;
Στο παρατεταμένο road movie άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι έρχονται πιο κοντά. Η μοίρα έχει αποφασίσει όμως για τους ίδιους. Ο δημιουργός κάνει ένα σχόλιο για τον πόλεμο, για την οικολογία, για τον καθημερινό Γολγοθά του καθενός. Μία διαρκής περιπλάνηση που έχει δύο σκηνές σοκ που φυσικά ο καθένας θα ανακαλύψει μόνος του μπροστά στη μεγάλη οθόνη. Νομαδική συνθήκη που ολοένα και περισσότεροι υιοθετούν στον δρόμο την ελευθερία από την τεχνολογία και τον θόρυβο της εποχής. Ο μόνος θόρυβος που είναι ανεχτός είναι αυτός της ηλεκτρονικής μουσικής που ως έναν βαθμό μας φέρνει στο μυαλό το Climax.
Μεγάλο μερίδιο της επιτυχίας ανήκει στον Σέρτζι Λόπεζ. Έναν τραγικό πατέρα που ρισκάρει τα πάντα δίχως να μπορεί να δει καθαρά κι αναμετράται συνεχώς με τις συνέπειες των πράξεών του. Κομβικός επίσης ο ρόλος τους νεαρού, Μπρούνο Νιουνέζ. Από την αναφορά μας φυσικά δεν μπορεί να λείψει το όνομα του διευθυντή φωτογραφίας, Μάουρο Έρσε κι η μουσική του Κάνγκντινγκ Ρέι. Σε όλο αυτό το περιβάλλον αξίζει να σημειώσουμε δύο μεγάλες απουσίες, της μητέρας και της τεχνολογίας.
Ο Λασέ επιδιώκει να κάνει κάτι πρωτότυπο ως καλλιτεχνικό εγχείρημα και πετυχαίνει. Καταφέρνει τον βασικό του στόχο, να προβληματίσει. Συνδέει με έναν δικό του μοναδικό τρόπο έναν μύθο που ξεπερνάει θρησκείες και αγγίζει τους βαθύτερους φόβους του ανθρώπου με το παρών. Δεν αφήνει περιθώριο διαφυγής, σε κρατάει καθηλωμένο στην καρέκλα για σχεδόν δύο ώρες και στο τέλος, όταν πλέον σηκώνεσαι δε ξέρεις αν θέλεις να χορέψεις σε “παραζάλη” ή να παγώσεις σαν κολώνα. Για να γίνουν όλες αυτές οι διεργασίες σκηνοθέτης και κάστινγκ έχουν δουλέψει πολύ. Το “Sirat” δεν είναι μία εύκολη ταινία στην κατανόησή της και το 2025 στις Κάννες είχε την ατυχία να βρει μπροστά της το “Ένα Τυχαίο Ατύχημα” του Παναχί και τη “Συναισθηματική Αξία” του Γιόακιμ Τρίερ.
➪ Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram





