Όταν προσπαθούμε να ορίσουμε το “καλύτερο” έργο ενός δημιουργού, πέφτουμε σχεδόν πάντα στην ίδια παγίδα: ψάχνουμε αριθμούς. Εισπράξεις. Βραβεία. Κριτικές. Λίστες. Σαν να μπορεί η τέχνη να μετρηθεί μόνο με αυτά. Αν ήταν έτσι, τότε η κορυφαία στιγμή του David Lynch θα ήταν το Dune. Προφανώς δεν είναι κι ο Spike Lee το γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα: η Ακαδημία μπορεί να αγνοήσει εμβληματικά έργα, το box office μπορεί να αδικεί, ο χρόνος όμως συχνά ανατρέπει την “επίσημη” ιεραρχία.
Τι μένει, λοιπόν; Ίσως η πιο ειλικρινής μέτρηση να είναι η πιο απλή: τι σου λέει ο κόσμος στον δρόμο.
Ο ίδιος ο Lee έχει παραδεχθεί ότι, όταν τον σταματούν άγνωστοι για να του μιλήσουν για το έργο του, η ταινία που αναφέρουν συχνότερα δεν είναι ούτε το Do the Right Thing, που τον καθιέρωσε ως πολιτική φωνή του αμερικανικού σινεμά, ούτε το Malcolm X, που τον έφερε σε mainstream αναγνώριση. Είναι το Crooklyn.
Μια ταινία του 1994 μικρή σε διάρκεια, ημι-αυτοβιογραφική, γραμμένη μαζί με τα αδέλφια του. Οικογενειακή, χωρίς μεγάλες διακρίσεις, δίχως θριαμβευτικά νούμερα εισπράξεων κι όμως «αυτή είναι η ταινία που αγαπά ο κόσμος» υποστηρίζει κατανοώντας σε βάθος το κοινό.
Αυτό κάτι σημαίνει. Το Crooklyn δεν είναι η πιο “ιστορική” ταινία του Lee. Δεν άλλαξε τον τρόπο που μιλάμε για τις φυλετικές εντάσεις όπως το Do the Right Thing. Δεν κουβαλά το πολιτικό βάρος του Malcolm X, δεν έχει το κύρος της “μεγάλης δήλωσης”.
Η οικογένεια όμως αποτελεί ένα πιο ανθεκτικά υλικά στο σινεμά. Σήμερα που οι δημιουργοί συχνά ταυτίζονται με τις πιο αιχμηρές, πιο προκλητικές, πιο πολιτικές τους στιγμές, το γεγονός ότι το κοινό κρατά μια ταινία για τις οικογενειακές σχέσεις λέει κάτι βαθύτερο για το ως λειτουργεί η μνήμη. Δε θυμόμαστε πάντα αυτό που ήταν πιο “σημαντικό”, αλλά αυτό που μας άγγιξε.
Το Crooklyn δε φώναξε, ούτε διακήρυξε. Παρατήρησε, κατέγραψε τη ζωή μιας οικογένειας Αφροαμερικανών στο Μπρούκλιν της δεκαετίας του ’70. Μικρές στιγμές, καθημερινές εντάσεις. Αγάπη χωρίς μελοδραματισμό. Αυτή η ιστορία ενεργοποίησε συναισθήματα κι έδειξε τη δύναμη των ανθρώπων και τον αγώνα τους για μία αξιοπρεπή ζωή.
Η βιομηχανία μσς έχει μάθει να συνδέουμε την επιτυχία με την κλίμακα. Μεγαλύτερος προϋπολογισμός, αφήγηση, ιστορική σημασία, όμως η συναισθηματική κληρονομιά δεν υπακούει σε τέτοια μεγέθη. Το σινεμά πολλές φορές λειτουργεί μέσα από αναγνώριση. «Αυτό μου θυμίζει το σπίτι μου». «Αυτός ο καβγάς είναι σαν των γονιών μου». «Αυτή η αδελφική σχέση τη ζω κι εγώ». Ο Lee φαίνεται να το κατανοεί, ίσως περισσότερο από κάθε άλλον δημιουργό του επιπέδου του. Αναγνωρίζει ότι οι σχέσεις (όχι τα συνθήματα, όχι οι ρητορικές κορυφώσεις) είναι αυτές που ριζώνουν.
Κι εδώ κρύβεται ένα μάθημα για το πως ορίζουμε τη “μεγάλη” τέχνη.
Η πολιτική ένταση μπορεί να σε ταρακουνήσει. Η ιστορική βαρύτητα μπορεί να σε εκπαιδεύσει, αλλά η οικειότητα σε συνοδεύει. Επιστρέφει στο μυαλό, σε ακολουθεί χρόνια μετά όταν πια έχεις ξεχάσει τα βραβεία. Το παράδοξο είναι ότι το Crooklyn δε θεωρήθηκε τη στιγμή της κυκλοφορίας του κορυφαίο έργο. Δεν απέσπασε τη λάμψη που συχνά συνοδεύει τα “σημαντικά” φιλμ κι όμως έμεινε στον χρόνο. Ίσως ακριβώς επειδή δεν προσπαθούσε να είναι εμβληματικό.
Υπάρχει μια τάση, ειδικά όταν μιλάμε για μεγάλους δημιουργούς να θέλουμε να εντοπίσουμε το magnum opus, αλλά η καριέρα δε λειτουργεί σαν πυραμίδα. Είναι περισσότερο σαν οικογενειακό άλμπουμ: κάποιες φωτογραφίες έχουν ιστορική σημασία, άλλες όμως κρατούν τη ζεστασιά κι ο κόσμος φαίνεται να διαλέγει τη ζεστασιά.
Πολλές φορές το “καλύτερο” έργο ενός δημιουργού να μην είναι εκείνο που συγκέντρωσε τις περισσότερες ψήφους σε επιτροπές, αλλά εκείνο που έγινε προσωπικό, που με έναν τρόπο ενσωματώθηκε στη μνήμη ανθρώπων που δε γνωρίζονται μεταξύ τους, αλλά μοιράζονται το ίδιο συναίσθημα. Η τέχνη δεν είναι διαγωνισμός, αλλά σχέση.
Το Do the Right Thing μπορεί να είναι πολιτισμικό ορόσημο. Το Malcolm X μπορεί να είναι ιστορικό statement, αλλά το Crooklyn φαίνεται να είναι η ταινία που ο κόσμος κουβαλά κι αυτό είναι το πιο ουσιαστικό κριτήριο: όχι ποια ταινία άλλαξε το σινεμά, αλλά ποια ταινία άλλαξε εσένα έστω και λίγο. Στο τέλος τα βραβεία μπαίνουν σε ράφια. Οι εισπράξεις γράφονται σε αρχεία, αλλά η σκηνή που σε έκανε να νιώσεις σπίτι μένε κι αυτό δεν καταγράφεται σε καμία στατιστική.
*Με στοιχεία από το Farout Magazine
➪ Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram





