Kάποιοι ρόλοι χτίζουν μια καριέρα, κάποιοι άλλοι αφήνουν πάνω στον ηθοποιό ένα σημάδι τόσο βαθύ, ώστε η ίδια η θέασή τους να γίνεται σχεδόν αδύνατη. Στην περίπτωση του Adam Driver (Άνταμ Ντράιβερ), αυτός ο ρόλος φαίνεται πως είναι το “Marriage Story” του Νόα Μπόμπακ.
Δεν είναι μικρό πράγμα να το λέει αυτό ένας ηθοποιός σαν τον Ντράιβερ. Μιλάμε για έναν από τους ελάχιστους σύγχρονους σταρ που κατάφεραν να κινηθούν με άνεση ανάμεσα στο mainstream και στο auteur σινεμά χωρίς να προδώσουν ούτε το ένα ούτε το άλλο. Για πολύ κόσμο θα είναι πάντα ο Κάιλο Ρεν. Για όσους παρακολουθούν πιο προσεκτικά τη διαδρομή του είναι κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον: ο ηθοποιός που εμπιστεύονται οι μεγάλοι σκηνοθέτες όταν θέλουν να επιστρέψουν, να ρισκάρουν ή να πουν κάτι βαθιά προσωπικό.
Ο Μάικλ Μαν στο “Ferrari”. Ο Φράνσις Φορντ Κόπολα στο “Megalopolis”. Ο Τζιμ Τζάρμους στο “Paterson”. Ο Τέρι Γκίλιαμ στο “The Man Who Killed Don Quixote”. Ο Λεός Καράξ στο “Annette”. Ο Στίβεν Σόντερμπεργκ στο “Logan Lucky”. Αυτή η φιλμογραφία δε μοιάζει με απλό βιογραφικό, αλλά με συνειδητή στρατηγική. Ο Ντράιβερ δε χρησιμοποίησε τη φήμη του για να γίνει απλώς μεγαλύτερος σταρ, τη χρησιμοποίησε για να γίνει χρήσιμος σε δημιουργούς με έντονη υπογραφή.
Μέσα σε αυτή τη διαδρομή η σχέση του με τον Νόα Μπόμπακ μοιάζει ξεχωριστή. Ξεκίνησε σχεδόν διακριτικά, μετά το breakthrough του στο “Girls”, με ένα μικρό πέρασμα από το “Frances Ha”. Ακολούθησαν το “While We’re Young”, το “The Meyerowitz Stories”, το “White Noise” και βέβαια το “Marriage Story”. Αυτή η συνεργασία έχει διάρκεια, εξέλιξη και έναν εμφανή αμοιβαίο σεβασμό. Το “Marriage Story” μοιάζει με το σημείο όπου όλα αυτά κορυφώθηκαν.
Η ταινία του Μπόμπακ δεν είναι απλώς άλλη μία ιστορία διαζυγίου, ούτε ένα δράμα σχέσης με τον συμβατικό τρόπο. Είναι κάτι πιο άβολο και πιο αληθινό. Ο Μπόμπακ είχε ήδη αγγίξει το θέμα του χωρισμού στο “The Squid and the Whale”, εκεί όμως το βλέμμα ήταν παιδικό. Στο “Marriage Story” το βλέμμα είναι στραμμένο κατευθείαν πάνω στους δύο ανθρώπους που χωρίζουν, όχι μόνο στη ρήξη ως γεγονός, αλλά πάνω στη φθορά της οικειότητας. Πάνω στη στιγμή όπου η αγάπη δεν έχει σβήσει εντελώς, αλλά δεν αρκεί πια για να κρατήσει τον άλλον δίπλα σου.
Αυτό είναι που κάνει την ταινία τόσο σκληρή. Δε ψάχνει εύκολους ενόχους. Δε ζητά από τον θεατή να διαλέξει στρατόπεδο. Ο Τσάρλι του Ντράιβερ και η Νικόλ της Σκάρλετ Γιόχανσον δεν παρουσιάζονται ως θύτης και θύμα, αλλά ως δύο άνθρωποι που πληγώνονται, αντιστέκονται, κουβαλούν πίκρα, κρατούν τρυφερότητα και ταυτόχρονα καταστρέφουν ο ένας τον άλλον μέσα από τη διαδικασία του χωρισμού.
Αυτή η ισορροπία είναι τεράστιο επίτευγμα. Συνήθως τέτοιες ταινίες πέφτουν σε μία από τις δύο παγίδες. Είτε απλουστεύουν τη σύγκρουση, είτε εξιδανικεύουν την αμφισημία. Το “Marriage Story” αποφεύγει και τα δύο. Θυμίζει διαρκώς ότι οι πιο οδυνηρές συγκρούσεις δε γεννιούνται πάντα από μίσος. Γεννιούνται πολλές φορές από μια αγάπη που δεν ξέρει πλέον πώς να επιβιώσει.
Για τον Ντράιβερ η εμπειρία αυτή δεν ήταν μόνο επαγγελματική. Οι γονείς του είχαν επίσης χωρίσει, άρα το υλικό της ταινίας άγγιζε το προσωπικό. Ο ίδιος έχει πει πως το “Marriage Story” είναι μία από τις ελάχιστες φορές όπου ένιωσε ότι δεν είχε τον πλήρη έλεγχο της ερμηνείας του. Αυτή η παραδοχή έχει ξεχωριστή αξία, επειδή αποκαλύπτει κάτι πολύ αληθινό για την υποκριτική. Ο ηθοποιός δε βυθίζεται ποτέ εντελώς ανεξέλεγκτα. Υπάρχει πάντα ένα τεχνικό κομμάτι, μια εσωτερική επιτήρηση, ένα βλέμμα που σε παρακολουθεί ενώ ερμηνεύεις. Ο Ντράιβερ το λέει καθαρά: «Πάντα παρακολουθείς τον εαυτό σου».
Ακριβώς γι’ αυτό έχει σημασία το ότι δε θέλει να δει την ταινία ξανά. Δεν είναι θέμα ματαιοδοξίας, ούτε είναι άρνηση αυτοκριτικής. Είναι το αντίθετο. Η αίσθηση ότι αυτό που βγήκε στην οθόνη πλησίασε υπερβολικά μια εσωτερική αλήθεια την οποία δεν αντέχει να ξανασυναντήσει ως θεατής.
Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η άρνηση δεν εμπόδισε καθόλου την υποδοχή της ταινίας. Το “Marriage Story” αγαπήθηκε από κοινό και κριτικούς, διέγραψε ισχυρή πορεία στη σεζόν των βραβείων και χάρισε στον Ντράιβερ μία ακόμη οσκαρική υποψηφιότητα. Πολλοί πίστεψαν ότι θα μπορούσε να κερδίσει, αν εκείνη τη χρονιά δεν υπήρχε το φαινόμενο Χοακίν Φίνιξ με το “Joker”.
Η πραγματική αξία της ερμηνείας του Ντράιβερ δε μετριέται με το αν κέρδισε ή όχι ένα αγαλματίδιο. Μετριέται με το πως ακούμπησε ένα κοινό που έχει ζήσει διαζύγιο, είτε ως άμεσος πρωταγωνιστής είτε ως παιδί, φίλος, συγγενής, μάρτυρας. Ο Τσάρλι του δεν είναι απλώς ένας άντρας που χάνει τον έλεγχο. Είναι ένας άνθρωπος που αργεί να καταλάβει τι χάνει, γιατί το χάνει και πως η αγάπη δεν αρκεί όταν δεν συνοδεύεται από αληθινή προσοχή στον άλλον.
Εκεί βρίσκεται και η μεγάλη δύναμη της ταινίας δε μετατρέπει ποτέ τον πόνο σε θέαμα, δε χτίζει χαρακτήρες για να τους δικάσει. Τους παρακολουθεί να διαλύονται και να επιμένουν την ίδια στιγμή. Αυτή η στάση του Μπόμπακ έδωσε στον Ντράιβερ το έδαφος για μία από τις πιο ώριμες, εκτεθειμένες και ακριβείς ερμηνείες της καριέρας του.
Μπορεί ο ίδιος να μη θελήσει ποτέ να την ξαναδεί. Δεν έχει και τόση σημασία. Το “Marriage Story” έχει ήδη περάσει σε εκείνη τη μικρή κατηγορία ταινιών που αντέχουν στον χρόνο επειδή δε φωνάζουν. Μιλούν χαμηλόφωνα, αλλά χτυπούν ακριβώς εκεί που πονάει κι ο Άνταμ Ντράιβερ μέσα σε αυτή τη σιωπηλή συντριβή, έδωσε ίσως την πιο ανθρώπινη ερμηνεία του.
➪ Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram





