Ιστορικά έχει καταγραφεί μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στο σινεμά που σε συγκινεί και στο σινεμά που σου ζητά επίμονα να συγκινηθείς. Το Hamnet της Chloé Zhao επαναφέρει αυτό το δίλημμα στη συζήτηση, ιδιαίτερα όσο πλησιάζουν τα Όσκαρ. Όταν μια ταινία μοιάζει να έχει σχεδιαστεί για να ενεργοποιήσει ψηφοφόρους της Ακαδημίας, τότε η συζήτηση γίνεται περίπλοκη. 

Η Zhao φυσικά δεν είναι μια τυχαία δημιουργός. Με το Nomadland απέδειξε ότι μπορεί να συνδυάσει ποίηση της εικόνας και κοινωνική παρατήρηση χωρίς μελοδραματικές υπερβολές. Εκεί υπήρχε σιωπή, κενό, χώρος για τον θεατή. Στο Hamnet αντίθετα υπάρχει σχεδόν εμμονική καθοδήγηση. Από τα πρώτα πλάνα (δέντρα, φως που περνά από κλαδιά, φύση ως μεταφυσικό σκηνικό) η αναφορά στο σινεμά του Terrence Malick είναι εμφανής. Μόνο που εδώ η μίμηση δε μετατρέπεται σε προσωπική γλώσσα κι αυτό ειδικά αν δεις την ταινία δεύτερη και τρίτη φορά γίνεται εμφανές. 

Ο όποιος ενδοιασμός έχει να κάνει με το γεγονός ότι μοιάζει να σου λέει πότε ακριβώς πρέπει να νιώσεις την απώλεια. Η μουσική του Max Richter δίνει έναν διδακτικό τόνο. Δεν αφήνεται τίποτα στην πιθανότητα της σιωπής, σαν= να φοβάται η ταινία ότι αν δεν σε σπρώξει συναισθηματικά, δε θα αφεθείς. Το Hamnet έχει υλικό. Η σχέση της Agnes με τον William Shakespeare από την Jessie Buckley και τον Paul Mescal θα μπορούσε να αποτελέσει πεδίο υπόγειας έντασης. Η ιδέα του συζύγου που φεύγει, ενώ η σύντροφός του μένει πίσω με τα παιδιά έχει δραματουργική δυναμική. Αντί γι’ αυτό βλέπουμε μια σχεδόν “καρικατουρίστικη” αντιπαράθεση: ο άνδρας-καλλιτέχνης που καταναλώνεται από το έργο του, η γυναίκα-γη που ριζώνει, γεννά, πενθεί μέσα στο δάσος. 

Η Agnes παρουσιάζεται ως αρχέτυπο: σχεδόν μυστικιστική, σε επαφή με μια προγονική πνευματικότητα, έτοιμη να γεννήσει μέσα στη φύση σαν τελετουργία. Ο Shakespeare αντίστοιχα ως εγωκεντρικός δημιουργός που αργεί να επιστρέψει. Το ζήτημα δεν είναι η ιστορική ακρίβεια για τη ζωή του Shakespeare γνωρίζουμε ελάχιστα, αλλά ο συμβολισμός των χαρακτήρων. 

Η ταινία επιστρατεύει διαρκώς μεγάλα μοτίβο: Ορφέας και Ευρυδίκη, η έννοια της θυσίας, το “to be or not to be” ως υποδόρια αναφορά. Όμως αυτά λειτουργούν περισσότερο ως έτοιμες συγκινησιακές συντομεύσεις παρά ως οργανικά στοιχεία της αφήγησης. Σε άλλες ταινίες, όπως το Portrait of a Lady on Fire η μυθολογική αναφορά εντάσσεται σε ένα λεπτό παιχνίδι βλέμματος και σιωπής. Εδώ μοιάζει να προστίθεται ως δραματική υπογράμμιση. 

Αν αναλύσει κανείς σε βάθος θα μπορούσε να βρει ένα αφηγηματικό πρόβλημα που δύσκολα αγνοείται: δε γνωρίζουμε αρκετά τον μικρό Hamnet πριν από τον θάνατό του. Ο θάνατος παιδιού είναι από τα ισχυρότερα δραματικά εργαλεία, ωστόσο χωρίς επένδυση στον χαρακτήρα, η τραγωδία λειτουργεί ως μηχανισμός και όχι ως εμπειρία. Συγκινεί, αλλά δεν διαπερνά. 

Το Hamnet μοιάζει να έχει κατασκευαστεί με checklist: μεγάλες ερμηνείες, κλάματα, οργή, σεξουαλική ένταση, απώλεια, τελική κάθαρση.Η ένταση δεν προκύπτει … προκαλείται. Η Zhao δείχνει να επιδιώκει τη στιγμή όπου ο θεατής θα πει “είμαι συναισθηματικό ράκος”. Όταν η συγκίνηση επιδιώκεται τόσο φανερά, χάνει την αθωότητά της. Το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο. Η βιομηχανία των Όσκαρ έχει διαμορφώσει μια αισθητική: ιστορικό βάθος, μεγάλο δράμα, ηθικό βάρος, μουσική υπερβολή, ερμηνείες που “φωνάζουν” για βράβευση. Το Hamnet φαίνεται να εντάσσεται σε αυτή τη γραμμή. 

Η Zhao απέδειξε στο παρελθόν ότι μπορεί να κινηθεί με διακριτικότητα. Στο Hamnet μοιάζει να εμπιστεύεται λιγότερο τον θεατή και περισσότερο το μοτίβο κι όταν μια ταινία για την απώλεια μετατρέπεται σε επιδεικτική άσκηση συγκίνησης, τότε το πένθος χάνει τη σιωπηλή του δύναμη. Το Hamnet είναι “Oscar bait”, το είχαμε σημειώσει από την πρεμιέρα του στο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης. Το μείζον ζήτημα είναι αν το σύστημα των βραβείων έχει διαμορφώσει μια γλώσσα τόσο προβλέψιμη, ώστε ακόμη και ταλαντούχοι δημιουργοί να νιώθουν την ανάγκη να την υπηρετήσουν κι αν αυτό συμβαίνει, τότε η κρίση αφορά την ίδια την αισθητική της αναγνώρισης. 

*Mε στοιχεία από το Farout Magazine 

 

 

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram