Κάθε άνοιξη υπάρχει μια μικρή στιγμή πριν από τις Κάννες που έχει τη δική της ξεχωριστή ένταση. Δεν είναι η ανακοίνωση, δεν είναι το κόκκινο χαλί, δεν είναι τα χειροκροτήματα των οκτώ λεπτών που συχνά λένε περισσότερα για τη θερμοκρασία της αίθουσας παρά για την αξία μιας ταινίας. Είναι η φάση της προσμονής, εκεί όπου τα ονόματα αρχίζουν να κυκλοφορούν, οι ψίθυροι πυκνώνουν και το Φεστιβάλ φτιάχνει προσδοκία. 

Το Φεστιβάλ των Καννών 2026 μοιάζει να έρχεται με αέρα μεγάλου δημιουργικού ραντεβού. Χωρίς την ψευδαίσθηση του απόλυτου spectacle που προσφέρουν τα στούντιο όταν στέλνουν τα blockbusters τους για επικοινωνιακή επιβεβαίωση. Χωρίς Spielberg, χωρίς Nolan, χωρίς τις ασφαλείς υπερπαραγωγές που γεμίζουν αλλού τις αίθουσες και τις αναρτήσεις. Αυτό παραδόξως, λειτουργεί υπέρ του Φεστιβάλ και του δίνει ταυτοτικά στοιχεία. 

Οι Κάννες είναι πιο δυνατές όταν μοιάζουν επικίνδυνες. Όταν δίνουν χώρο στον auteur, όταν το line-up δεν υπόσχεται μόνο λάμψη, αλλά και τριβή. Το 2026 δείχνει να πηγαίνει προς αυτή την κατεύθυνση. 

Η πιθανή παρουσία του Pedro Almodóvar με το Bitter Christmas αρκεί από μόνη της για να ανεβάσει τον πήχη. Επιστρέφει στα ισπανικά, επιστρέφει σε έδαφος που γνωρίζει καλά, επιστρέφει σε ένα σινεμά όπου το φύλο, το συναίσθημα και η ειρωνεία συνυπάρχουν χωρίς να χρειάζεται να απολογηθούν. Ο Almodóvar παραμένει ένας από τους λίγους δημιουργούς που όταν μπαίνουν σε ένα Φεστιβάλ, το Φεστιβάλ μετακινείται ελαφρώς προς το μέρος τους. Τόσο ισχυρό είναι το αποτύπωμά του. 

Το ίδιο ισχύει και για τον Asghar Farhadi. Το Parallel Tales κουβαλά από μόνο του πολιτικό και ηθικό βάρος. Το θέμα των επιθέσεων στο Παρίσι, το γαλλικό καστ, η ίδια η φυσιογνωμία του Farhadi. Ο Ιρανός σκηνοθέτης ξέρει να φτιάχνει εσωτερικά δράματα χωρίς κραυγές, γνωρίζει πολύ καλά να μετατρέπει την ενοχή, την αμφιβολία και τη λεπτομέρεια σε κινηματογραφικό πεδίο μάχης. Στις Κάννες τέτοιες ταινίες αφήνουν το αποτύπωμά τους. 

Ο Lars von Trier με το After θα είναι, αν τελικά είναι έτοιμος, από μόνο του γεγονός. Το αν θα είναι μεγάλο comeback ή τελευταία πράξη έχει μικρότερη σημασία από την ίδια την παρουσία του. Ο von Trier πηγαίνει στις Κάννες για να διαταράξει και ένα Φεστιβάλ τέτοιας εμβέλειας χρειάζεται και αυτό το στοιχείο για να παραμείνει ζωντανό. 

Ο Ryusuke Hamaguchi από την άλλη εκπροσωπεί ένα άλλο είδος προσμονής. Πιο αθόρυβο, πιο λεπτό. Το All of a Sudden μοιάζει ακριβώς με την ταινία που μπορεί να κερδίσει τη Croisette χωρίς να υψώσει τον τόνο της φωνής της. Ο Hamaguchi έχει αυτό το χάρισμα. Αφήνει τους ανθρώπους να μιλούν, να σιωπούν, να αποκαλύπτονται αργά και μέσα σε αυτό χτίζει αληθινή ένταση. 

Συναντάμε επίσης λίγο πριν την επισημοποίηση του προγράμματος, τους Nathan και ο David Zellner με το Alpha Gang. Μοιάζουν ιδανικοί για μια μεταμεσονύχτια ή εκτός συναγωνισμού προβολή που θα αποκτήσει αμέσως φήμη. Ο Takashi Miike μπορεί να φέρει ξανά στις Κάννες το ελεγχόμενο χάος του. Ο Nicolas Winding Refn παραμένει από εκείνους που το Φεστιβάλ θέλει κοντά του, ακόμη κι όταν δεν ξέρει ακριβώς τι θα παραλάβει. Αυτά τα στοιχήματα δίνουν οξυγόνο στη διοργάνωση. 

Υπάρχει επίσης μια γραμμή δημιουργών που κουβαλά μόνιμα το prestige του  Φεστιβαλικού σινεμά. Pawlikowski, Mungiu, Kore-eda, Mike Leigh, Nanni Moretti, James Gray. Ο καθένας για διαφορετικό λόγο. Ο Pawlikowski με το 1949 μοιάζει να επιστρέφει σε ασπρόμαυρη, ιστορική, υπαρξιακή περιοχή. Ο Mungiu ξέρει πως να στήνει κοινωνικό ασφυκτικό κλίμα. Ο Kore-eda έχει το σπάνιο χάρισμα να μιλά για το μέλλον χωρίς να χάνει την τρυφερότητα του βλέμματός του. Ο Mike Leigh είναι από μόνος του μια υπενθύμιση ότι το σινεμά μπορεί ακόμη να χτίζεται πάνω στην παρατήρηση και στον χρόνο. 

Η υπερσυγκέντρωση μεγάλων ονομάτων πολλές φορές οδηγεί σε line-up-βιτρίνα. Η υπερβολική στροφή στο discovery μπορεί να αφαιρέσει πυκνότητα. Οι καλές Κάννες είναι εκείνες που ενώνουν τις γενιές, που βάζουν τον Almodóvar δίπλα σε έναν πρωτοεμφανιζόμενο Ασιάτη δημιουργό, που αφήνουν τον auteur να συνυπάρξει με αυτόν που “κατέχει” wild card. Αυτό που διαφαίνεται για το 2026 είναι ακριβώς αυτή η πιθανότητα. Μια διοργάνωση που θα στηριχθεί λιγότερο στην εξωτερική λάμψη και περισσότερο στην ίδια την ιδέα του σινεμά ως διεθνούς γλώσσας, ως χώρου σύγκρουσης ύφους, πολιτικής, μνήμης και προσωπικής εμμονής. 

Αρκεί να διαλέξουν σωστά τις φωνές τους. Αν το κάνουν, το 2026 μπορεί να είναι από εκείνες τις χρονιές που δε θα θυμόμαστε μόνο για τους νικητές, αλλά για την αίσθηση ότι για δώδεκα μέρες, σε μια λωρίδα γης δίπλα στη θάλασσα το σινεμά ξαναβρήκε το κέντρο του. 

*Mε στοιχεία από το Hollywood Reporter 

 

 

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram