Κάθε χρόνο, όσο πλησιάζουμε στην τελετή των Όσκαρ η συζήτηση μετακινείται διακριτικά από την τέχνη στη στρατηγική. Από το κάδρο και το μοντάζ, περνάμε στο campaigning, στο momentum, στο αφήγημα. Δε μιλάμε μόνο για το ποια ταινία είναι καλύτερη, αλλά για το ποια “έρχεται”, ποια έχει ρεύμα, ποια πρέπει να “ανταμειφθεί”. Κάπως έτσι, τα βραβεία αρχίζουν να μοιάζουν λιγότερο με ναό της Έβδομης Τέχνης και περισσότερο με πρωτάθλημα.
Σε αυτή την κρίσιμη καμπή γεννιέται ένα ζήτημα που μοιάζει βγαλμένο από πάνελ αθλητικής εκπομπής: είναι καλές οι “δυναστείες” για τα Όσκαρ; Είναι πιο ενδιαφέρον να βλέπεις έναν ηθοποιό να κυνηγά το πρώτο του αγαλματίδιο ή να παρακολουθείς έναν ήδη βραβευμένο να διεκδικεί το δεύτερο, το τρίτο, το τέταρτο;
Στον αθλητισμό, η απάντηση συχνά είναι σαφής. Σε πρωταθλήματα με salary cap και draft (μηχανισμούς που δυσκολεύουν τη διαρκή κυριαρχία) το να δεις μια ομάδα να χτίζει δυναστεία αποκτά μυθικές διαστάσεις. Η διαρκής επιτυχία σε ένα σύστημα που θεωρητικά την αποθαρρύνει, δημιουργεί ένα είδος μύθου. Ο θεατής, ακόμη κι εκείνος που δεν έχει “ομάδα” συντονίζεται για να δει αν η κυριαρχία θα συνεχιστεί ή θα ανατραπεί.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τα βραβεία.
«Θα ψήφιζα τον Χ, αλλά έχει κερδίσει πρόσφατα. Ήρθε η ώρα να απλώσουμε την αγάπη». Είναι μια ανθρώπινη, σχεδόν δημοκρατική σκέψη κι όμως αυτή ακριβώς η διάθεση κάνει ακόμη πιο εντυπωσιακό όταν κάποιος καταφέρνει να κερδίσει ξανά, όχι επειδή “το αξίζει περισσότερο”, αλλά επειδή νικά ένα άτυπο σύστημα που προτιμά την εναλλαγή.
Φέτος για παράδειγμα η κούρσα Α΄ Ανδρικού Ρόλου έχει διπλή ανάγνωση. Από τη μία η ιδέα ότι ο Timothée Chalamet ή ο Michael B. Jordan θα κερδίσουν το πρώτο τους Όσκαρ δε γεννά υπαρξιακή αγωνία. Έχουν ήδη χτίσει καριέρα με διάρκεια, έχουν χρόνο μπροστά τους, έχουν “runway”. Αν δεν είναι φέτος, πιθανότατα θα είναι μια άλλη χρονιά, ειδικά για τον πρώτο.
Αντίθετα, το ενδεχόμενο ενός δεύτερου Όσκαρ για τον Leonardo DiCaprio είναι μια αναβάθμιση στο πάνθεον. Κάθε επόμενη νίκη μετακινεί τον ηθοποιό από την κατηγορία “μεγάλος σταρ” στην κατηγορία “ιστορική φιγούρα”. Η επανάληψη της επιτυχίας είναι κληρονομιά.
Το ίδιο ισχύει και με τον Sean Penn, μετά το BAFTA Β΄ Ανδρικού Ρόλου για το “One Battle After Another” μπαίνει σε τροχιά τρίτου Όσκαρ. Ανεξάρτητα από το αν είναι η προσωπική μας επιλογή, η πιθανότητα μιας τρίτης νίκης γεννά συζήτηση κι η συζήτηση είναι το οξυγόνο των βραβείων. Η ιστορία του σινεμά έχει ήδη τις δικές της “δυναστείες”: η Meryl Streep, ο Jack Nicholson, ο Daniel Day-Lewis, τρεις φορές νικητές.
Κάποιος θα πει και δικαίως ότι όλα αυτά αδικούν την ίδια την τέχνη, ότι η σύγκριση ταινιών και ερμηνειών με όρους “πρωταθλήματος” είναι στρέβλωση. Πράγματι κανένα Όσκαρ δεν καθιστά μια ταινία αντικειμενικά ανώτερη από μια άλλη. Το “Sinners” και το “One Battle After Another” μπορούν να συνυπάρχουν στον κινηματογραφικό κανόνα ανεξάρτητα από το ποιο θα επικρατήσει τη βραδιά των Όσκαρ.
Τα Βραβεία κάποτε ήταν καθαρός μηχανισμός αξιολόγησης τέχνης. Είναι πολιτισμικά γεγονότα, στην πορεία του χρόνου όμως έγιναν και τηλεοπτικά προϊόντα. Τελετές που παρατείνουν τη ζωή των ταινιών πολύ πέρα από την κινηματογραφική τους πορεία στην αίθουσα. Δημιουργούν μία “αγωνία” υψηλού κύρους που κρατά το κοινό σε εγρήγορση επί μήνες. Στα χρόνια κατακερματισμού, όπου το κοινό σπάνια μοιράζεται την ίδια εμπειρία ταυτόχρονα τα Όσκαρ παραμένουν ένα από τα τελευταία μονοπολιτισμικά γεγονότα. Μια νύχτα που ακόμη κι εκείνος που πήγε μία φορά σινεμά όλη τη χρονιά θα έχει άποψη.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι “δυναστείες” λειτουργούν ως αφηγηματικός άξονας. Αυτό σημαίνει ότι η ίδια η λογική των βραβείων, ως θεάματος τρέφεται από τέτοιες ιστορίες. Δημιουργείται έτσι μία γέφυρα με το παρόν. Το 2026 η προσοχή είναι το πιο σπάνιο νόμισμα και το να κρατάς το βλέμμα στραμμένο στο σινεμά για έξι μήνες δεν είναι μικρό κατόρθωμα.
*Mε στοιχεία από το indiewire
➪ Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram





