Aυτό που ζει φέτος η Warner Bros μοιάζει με όνειρο. Δύο από τα ισχυρότερα φαβορί για Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας ανήκουν στο ίδιο στούντιο: το επικό action του Paul Thomas Anderson “One Battle After Another” και το “βαμπιρικό” δράμα του Ryan Coogler “Sinners”. Στον πραγματικό κόσμο των βραβείων όμως, η αφθονία μπορεί να γίνει παγίδα.
Η Warner βρίσκεται σε μια σπάνια θέση: να δημιουργεί την καμπάνια για δύο ταινίες που διεκδικούν στα σοβαρά το μεγάλο βραβείο (Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας). Αυτό σημαίνει ίσοι προϋπολογισμοί, ίσος χρόνος, ίση προβολή, ίσος ενθουσιασμός. Όλα “ίσα”. Μέχρι και η σειρά με την οποία εμφανίζονται οι τίτλοι σε ένα δελτίο Τύπου μπορεί να ερμηνευτεί ως υπαινιγμός προτίμησης. Στην εποχή των multimillion-dollar campaigns, η ουδετερότητα είναι στρατηγική επιβίωσης.
Το “One Battle After Another” ξεκίνησε τη σεζόν ως ατμομηχανή. Σάρωσε ενώσεις κριτικών, guild awards, NBR, NYFCC, LAFCA. Έμοιαζε με αναπόφευκτη στέψη. Ένα momentum που θύμιζε εποχές Schindler’s List ή The Social Network. Όμως η δυναμική ανατράπηκε όταν το “Sinners” έγραψε ιστορία με 16 οσκαρικές υποψηφιότητες, τις περισσότερες που έχει λάβει ποτέ ταινία. Το αφήγημα άλλαξε μέσα σε μία νύχτα. Από “σίγουρη υπόθεση” περάσαμε σε μια πιθανή ιστορική στιγμή: ο Coogler να γίνει ο πρώτος Αφροαμερικανός σκηνοθέτης που κερδίζει το Όσκαρ Σκηνοθεσίας.
Η Warner λοιπόν πρέπει να λειτουργεί “σαν την Ελβετία σε πραγματικό χρόνο”, όπως λέμε στη γλώσσα της στρατηγικής του δρόμου των βραβείων. Να χειροκροτεί με τον ίδιο ρυθμό, να χαμογελά με την ίδια ένταση, να κρατά το ίδιο γλώσσα του σώματος είτε ανοίγει φάκελος για τον Anderson είτε για τον Coogler. Στον μικρόκοσμο των Βραβείων, όλα καταγράφονται: ποιος σηκώθηκε πρώτος, ποιος χειροκρότησε πιο θερμά, ποιος φάνηκε πιο συγκινημένος. Η παραμικρή απόκλιση έχει αντίκτυπο.
Το ενδιαφέρον είναι ότι καμία από τις δύο πλευρές δεν μιλά για ευνοιοκρατία. Αντίθετα, οι δύο δημιουργοί φαίνεται να διατηρούν αμοιβαίο σεβασμό. Το. ζήτημα είναι το σύστημα, γιατί τα Όσκαρ σήμερα δεν θυμίζουν τίποτα από το 1974, όταν η Paramount διαχειριζόταν ταυτόχρονα “The Godfather Part II” και “Chinatown”. Ούτε καν το 2017 όταν η Searchlight καμπάνιαρε “Three Billboards” και “The Shape of Water”. Οι σύγχρονες εκστρατείες λειτουργούν σαν πολιτικές καμπάνιες: budgets 14–16 εκατομμυρίων δολαρίων για καθεμία από τις δύο ταινίες. Αναλυτές, bloggers, insiders που μετρούν συνεχώς. Μία άλλη εποχή. Πρόκειται για ελεγχόμενο περιβάλλον στρατηγικής επιρροής.
Εδώ βρίσκεται η ουσία του διλήμματος: μπορεί ένα στούντιο να μη “διαλέξει άλογο” όταν το στοίχημα είναι τόσο μεγάλο; Η απάντηση είναι πως δεν έχει επιλογή. Αν φανεί ότι προτιμά τον έναν, κινδυνεύει να αποξενώσει τον άλλον και σε αυτή τη βιομηχανία οι σχέσεις είναι νόμισμα.
Ταυτόχρονα υπάρχει μια ειρωνεία που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Η Warner ζει μια ιστορική χρονιά την ώρα που βρίσκεται εν μέσω αβεβαιότητας, με τη συζήτηση περί εξαγοράς από το Netflix να πλανάται. Η κορύφωση της παραδοσιακής οσκαρικής ισχύος έρχεται σε μια στιγμή μετάβασης προς το streaming μέλλον. Είναι σαν να διοργανώνεις το καλύτερο πάρτι της ζωής σου ενώ ετοιμάζεις μετακόμιση.
Αυτό το γεγονός αλλάζει το βάρος της νίκης. Δεν πρόκειται μόνο για ποιο φιλμ θα κερδίσει. Αφορά το τι σηματοδοτεί η νίκη. Ένα ιστορικό επίτευγμα για τη διαφορετικότητα; Ένα θρίαμβο του auteur σινεμά; Ένα statement για το είδος; Κάθε επιλογή θα διαβαστεί πολιτικά.
Το ερώτημα ωστόσο είναι βαθύτερο: τι σημαίνει “καλύτερη ταινία” σε μια εποχή που η ίδια η βιομηχανία αναδιαρθρώνεται; Όταν τα στούντιο συγχωνεύονται, το streaming ανατρέπει μοντέλα διανομής και η τεχνητή νοημοσύνη μπαίνει στη συζήτηση παραγωγής; Ίσως αυτός ο εσωτερικός “εμφύλιος” της Warner να είναι μικρογραφία μιας μεγαλύτερης μετάβασης: από το στούντιο-σύστημα που καθόριζε τις ισορροπίες σε ένα οικοσύστημα όπου η ισχύς είναι πιο ρευστή.
Αν κερδίσει το “One Battle After Another” θα μοιάζει με επιβεβαίωση της κλασικής κινηματογραφικής βαρύτητας. Αν κερδίσει το “Sinners” θα είναι πολιτισμικό ορόσημο. Σε κάθε περίπτωση, η Warner θα έχει κερδίσει ή μήπως όχι;
Στο τέλος της βραδιάς ένας θα σηκώσει το αγαλματίδιο, ο άλλος θα μείνει με το … “παραλίγο” κι όσο κι αν τα budgets ήταν ίσα, η μνήμη της βιομηχανίας κρατά ποιος κέρδισε. Τα Όσκαρ είναι παιχνίδι εντυπώσεων και φέτος το μεγαλύτερο στοίχημα δεν είναι ποια ταινία θα νικήσει, αλλά αν ένα στούντιο μπορεί να διαχειριστεί τη νίκη χωρίς να δημιουργήσει ήττα στο εσωτερικό του.
*Με στοιχεία από το Variety
➪ Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram





