Συχνά ταινίες μένουν στη συλλογική μνήμη επειδή αποτυπώνουν μια εποχή κι άλλες που μένουν επειδή αποτυπώνουν έναν τύπο ανθρώπου. Το Taxi Driver του Martin Scorsese ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Πενήντα χρόνια μετά την πρεμιέρα του ο Travis Bickle δεν είναι απλώς ένα κινηματογραφικό απολίθωμα της Νέας Υόρκης των ’70s, είναι ένα πρόσωπο που μοιάζει να έχει βρει νέα κατοικία στο timeline μας.
Η Νέα Υόρκη του 1976 ήταν μια πόλη σε αποσύνθεση: σκουπίδια στους δρόμους, αυξανόμενη εγκληματικότητα, δημοσιονομική ασφυξία. Η κάμερα του Scorsese την κινηματογραφεί σαν βάλτο. Όμως το φιλμ δεν είναι τελικά μια κοινωνιολογική αναφορά για το urban decay. Είναι η ψυχογεωγραφία ενός ανθρώπου που βλέπει παντού “βρωμιά” επειδή δεν αντέχει να αντικρίσει τη δική του. Ο Travis τον οποίο ενσαρκώνει ο Robert De Niro είναι βετεράνος του Βιετνάμ, βασανίζεται από αϋπνίες, απομονωμένος, υπαρξιακά άστεγος. Οδηγεί ταξί τη νύχτα, διασχίζει την πόλη σαν να διασχίζει το υποσυνείδητό του. Το παρμπρίζ, βρεγμένο από τη βροχή και το νέον, λειτουργεί σαν φίλτρο παραμόρφωσης, ό,τι βλέπει, το βλέπει μέσα από την οργή του.
Ο Travis είναι ένας άνδρας που δε ξέρει πως να συνδεθεί. Θέλει να φλερτάρει, να κάνει φίλους, να ενταχθεί.Η αμηχανία του στο ραντεβού, η αδυναμία του να διαβάσει τα κοινωνικά σήματα, η ανάγκη του να νιώσει “σημαντικός” είναι στοιχεία που σήμερα δε μοιάζουν ακραία. Αντίθετα με έναν τρόπο ο βασικός ήρωας συνδέεται με τη δική μας εποχή. Η μοναξιά ως κοινωνικό σύμπτωμα.
Στον 21ο αιώνα ο Travis δε θα περιπλανιόταν μόνο σε πορνοσινεμά, αλλά και σε διαδικτυακά forum. Θα έβρισκε κοινότητες που θα του έδιναν γλώσσα για την οργή του. Θα διάβαζε ότι “η κοινωνία φταίει”, ότι “οι γυναίκες τον απορρίπτουν”, ότι “οι ελίτ τον αγνοούν”. Θα μετέτρεπε την προσωπική του αποτυχία σε ιδεολογική σταυροφορία. Το alt-right, οι incel κοινότητες, η κουλτούρα της διαδικτυακής αγανάκτησης είναι οι νέες πίστες.
Το Taxi Driver είχε την οξυδέρκεια να δείξει κάτι που ακόμη μας δυσκολεύει: ο Travis είναι ταυτόχρονα θύμα και θύτης. Η κάμερα μας αναγκάζει να νιώσουμε την αγωνία του, αλλά δεν μας επιτρέπει να δικαιολογήσουμε το μίσος του. Η εμβληματική σκηνή μπροστά στον καθρέφτη «You talkin’ to me?» έχει παρερμηνευθεί ως ανδρική επίδειξη δύναμης. Στην πραγματικότητα είναι ένας ψυχωτικός μονόλογος. Ένας άνδρας μιλά στο είδωλό του, προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό του ότι υπάρχει εχθρός.
Το πιο σκοτεινό σημείο της ταινίας δεν είναι το αιματηρό φινάλε, αλλά η κοινωνική αντίδραση σε αυτό. Όταν ο Travis διαπράττει φόνο, η κοινωνία τον βαφτίζει ήρωα. Η βία του αποκτά αφήγημα λύτρωσης. Η οργή του μεταφράζεται σε “κάθαρση”. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η ειρωνεία: η κοινωνία που δεν τον είδε όταν βυθιζόταν, τον αποθεώνει όταν πυροβολεί.
Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και σήμερα. Η δημοσιότητα λειτουργεί ως ανταμοιβή. Σε μια εποχή όπου η ορατότητα ισοδυναμεί με ύπαρξη, η βία γίνεται μέσο επικοινωνίας. Ο Travis θέλει να ακουστεί. Δεν έχει λέξεις, έχει όπλα. Η πιο σταθερή του σχέση είναι με τα πιστόλια του. Τα φροντίζει, τα γυαλίζει, τα αγγίζει σαν να είναι προέκταση του σώματός του. Η αρρενωπότητά παίρνει έναν πολύ ιδιαίτερο χαρακτήρα.
Το φιλμ συχνά αντιμετωπίζεται ως μνημείο μιας “χαμένης” Νέας Υόρκης. Η πόλη έχει αλλάξει, ο Travis όχι. Η απομόνωση σε μεγάλες μητροπόλεις, η διάχυτη καχυποψία, η αίσθηση ότι “κάτι σαπίζει” δεν είναι αποκλειστικά χαρακτηριστικά των ’70s. Είναι υπόγεια ρεύματα του σύγχρονου κόσμου. Ο Travis δεν ενδιαφέρεται ουσιαστικά για ιδεολογία. Θέλει να νιώσει μέρος μιας αποστολής. Ο πολιτικός που στοχοποιεί είναι σχεδόν τυχαίος. Η πολιτική λειτουργεί ως σκηνικό για το προσωπικό του δράμα. Αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό: όταν η πολιτική γίνεται καθρέφτης των τραυμάτων μας, παύει να είναι δημόσια υπόθεση και γίνεται ψυχολογική εκτόνωση.
Ο Travis δεν είναι απλώς “τρελός”. Είναι προϊόν αποσύνδεσης από την κοινότητα, από την οικογένεια, από το νόημα. Η ταινία ρίχνει μια άβολη ματιά στην αμερικανική μυθολογία του μοναχικού άνδρα που “καθαρίζει” την πόλη. Ο Travis νομίζει ότι παίζει σε γουέστερν. Στην πραγματικότητα πρωταγωνιστεί σε θρίλερ. Πενήντα χρόνια μετά ο Travis παραμένει ανάμεσά μας, όχι απαραίτητα στο πίσω κάθισμα ενός ταξί, αλλά πίσω από μια οθόνη κι όσο τον αντιμετωπίζουμε ως cult εικόνα αντί για προειδοποίηση των όσων έρχονται.
*Με στοιχεία από τον Economist
➪ Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram





