«Θα πουλήσω 5 κόπιες του The Three E.P.’s των Beta Band», προετοιμάζει ο Τζον Κιούζακ ως Ρόμπ Γκόνρτον τον Ντικ, ψιθυριστά μα απολύτως αποφασισμένα, στην περίφημη σκηνή του High Fidelity, στην κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου του Νικ Χόρνμπυ από τον Στίβεν Φρίαρς. «Κάντο», συνομωτικά σιγοντάρει ο Τοντ Λουίζο ως Ντικ, υπάλληλος του Championship Vinyl, και το “Dry The Rain” παίζει στα ηχεία του δισκάδικου, με τον πρώτο υποψήφιο να τσιμπά γρήγορα, ενόσω τα κεφαλάκια συντονίζονται με την μπάντα από τη Σκωτία. Όλα μοιάζουν ιδανικά για την αγοραπωλησία, μέχρι που δυο σκεϊτάδες-κλεφτρόνια χαλάνε τη μανέστρα, όμως αυτό δεν έχει σημασία για την ιστορία μας, όπως δεν έχει νόημα κι η λεπτομέρεια πως το κομμάτι δεν ξεκινά από την αρχή παραλείποντας το «Αυτός είναι ο ορισμός της ζωής μου/ Ξαπλωμένος στο κρεβάτι στο φως του ήλιου/Πνίγομαι με το χάπι βιταμινών/Που μου έδωσε ο γιατρός με την ελπίδα να με σώσει/Με την ελπίδα να με σώσει». Το ζητούμενο της φιλμικής/συγγραφικής αποτύπωσης είναι να επικυρωθεί η αυτάρεσκη δεινότητα του δισκά να μπορέσει να πουλήσει την πραμάτεια του, διαλέγοντας μέσα από το αταξινόμητο χάος των επιλογών, την καταλληλότερη για τους συμβατότερους αποδέκτες.
Σου λύνουν τα χέρια τέτοιοι επαγγελματίες που ζυγίζουν με εμπειρία και γνώση τα πρόσωπα, που έχουν τεσταριστεί αν φροντίζουν «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι», διότι έτσι επιλέγονται άπαξ να λαμβάνονται υπόψη με κλειστά μάτια. Σε μια τέτοια σκηνή, έπεσε στα χέρια μου η τρίτη πια έκδοση του βιβλίου Στόμα γεμάτο χώμα του Μπράνιμιρ Στσεπάνοβιτς των εκδόσεων Κυψέλη, σε μετάφραση Ισμήνης Ραντούλοβιτς. Και δε χρειάστηκε καν η ανάγνωση στο οπισθόφυλλο, που ξεκινά με το εύσχημο «Ένα από τα γνωστότερα άγνωστα διαμάντια της παγκόσμιας λογοτεχνίας», διότι απλούστατα αρκούσε ο υπέροχος υπόγειος συντονισμός μερικών αγνώστων μεταξύ γνωστών αγνώστων, πάνω από τις ντάνες των νέων κυκλοφοριών του βιβλιοπωλείου. Όπως στο δισκάδικο του High Fidelity η σωστή μουσική βρίσκει τον σωστό ακροατή, έτσι κι η νουβέλα του Στσεπάνοβιτς συνάντησε τους κατάλληλους αναγνώστες σχεδόν μοιραία, σε μια εποχή όπου ακόμη και τα διαμάντια χρειάζονται την αναλλοίωτη τέχνη κάποιου να τα ανασύρει από τον σωρό.
«Δεν ήξερε oύτε πού βρισκόταν ούτε προς τα πού θα πήγαινε, μα ούτε και τι θα έκανε. Ήξερε μονάχα ότι δεν θα έβλεπε ποτέ ξανά εκείνα τα μικρά χωριά του Μαυροβουνίου, στα οποία κάποτε έτυχε να υποφέρει και να νιώσει ευτυχισμένος, διότι εκείνη τη στιγμή –με το βλέμμα στραμμένο στον ίδιο του τον εαυτό, σαν στο βαθύ σκοτάδι της νύχτας– αποχαιρετούσε, δίχως έστω ένα δάκρυ, τον κόσμο όλο». Ούτε 100 σελίδες δε φτάνει η φρενιασμένη, πυκνή νουβέλα του Στσεπάνοβιτς, που στις εγχώριες εκδόσεις τη συναντούμε, πριν από αυτή της Κυψέλης του 2024, στις προγενέστες των Οδυσσέα και Παρασκήνιο (σε μετάφραση του αδιαπραγμάτευτα ελεύθερου διανοούμενου (όπως τον αποχαιρέτησε ο Μανώλης Βασιλάκης του Athens Review of Books) Λεωνίδα Χατζηπροδρομίδη).
Είναι από εκείνα τα βιβλία που διαβάζονται απνευστί, από αυτά που θες να τα κοινωνήσεις ακόμη και στα instagram-ικά πηγαδάκια των φωτογραφικών ιστοριών. Πάει καιρός που μια κυκλοφορία, μη mainstream στα χαρτιά, πέρασε από μπροστά μου από ετερόκλητους κι ασύνδετους λογαριασμούς, ως ένα αληθινό “Κρυφό Διαμάντι”, εκτός fomo Τελειότητας. Μια καφκική αλληγορία που δε ξεθυμαίνει, σε παράλληλη αφήγηση, που καταπιάνεται με τα «αιώνια θέματα της φυγής, της αυτοκτονίας ή του ηθελημένου θανάτου», μέσα από την ιστορία ενός ανώνυμου άνδρα που οδεύει από το Βελιγράδι προς το Μαυροβούνιο, για το τελευταίο ταξίδι. Μια τυχαία και παράξενη συνάντηση στα έρημα βαλκανικά βουνά που εκτυλίσσεται σε μια παράλογη καταδίωξη. Η εξιστόρηση των δύο γραμματοσειρών στρέφει το φακό εναλλάξ. Από τη μια στη μοναχική κι αγωνιώδη πορεία προς το θάνατο κι από την άλλη στον αποφασισμένο όχλο με τα ακατανόητα κίνητρα.
Στο επίμετρο του Τάκη Κατσαμπάνη σημειώνεται ευστόχως το εξής: «Το Στόμα γεμάτο χώμα, νομίζω, είναι ένα κείμενο πέρα από την αλληγορία, ένα αταξινόμητο έργο, όπως όλα εκείνα που αφορούν την οικουμενική μοίρα. Άλλωστε, ο συγγραφέας Μπράνιμιρ Στσεπάνοβιτς, που ανήκει στην «ηρωική εποχή της σερβικής λογοτεχνίας» αλλά και στον κινηματογράφο ως σεναριογράφος, πίστευε σε μια λογοτεχνία του τόπου, χωρίς τείχη όμως, εκεί όπου ο κοινός τόπος είναι παγκόσμιος.» Αρκετά χρόνια πίσω, ήδη από το 2019, το blog βιβλιοπαρουσιάσεων της Έλλης Δέδε, συνόψισε το Στόμα γεμάτο Χώμα ως η «Ασκητική της Σερβίας, καθώς διατηρεί την ίδια ατμόσφαιρα με αυτήν που υποβάλλει ο Καζαντζάκης στη δική του “Βίβλο” και αφουγκράζεται το μεγαλείο της ζωής στα μικρά κι απλά. (…) Ως ένα υπαρξιακό δράμα που στέκεται στον αντίποδα της κλειστοφοβίας που συναντάμε στο Υπόγειο του Ντοστογιέφσκι: Εδώ η μόνωση διαστέλλεται στον χώρο ψηλαφεί, μυρίζει, γεύεται και παραδίδεται στα χρώματα του φυσικού τοπίου».
Θα ήταν άκομψη, όσο κι αληθής μια clickbait «πρέπει να με διαβάσεις τώρα» φανφάρα, πολλώ δε μάλλον για ένα βιβλίο που πρωτοκυκλοφόρησε 52 χρόνια πίσω; Αν είναι να γίνει η δουλειά και με αυτό τον τρόπο ν’ αποκαθίσταται μια αναπάντεχη έκπληξη, ας είναι. Στο κάτω-κάτω, το πέρασμα από χέρι σε χέρι και το μοίρασμα από στόμα σε στόμα, θα παραμένουν πάντοτε καίριοι τρόποι, πρωταρχικά ανταποδοτικοί και θεμελιωδώς διαρκέστεροι απ’ ότι τίτλοι όπως «το word of mouth βιβλίο της χρονιάς».
Μπράνιμιρ Στσεπάνοβιτς, Στόμα γεμάτο χώμα • μτφρ. Ισμήνη Ραντούλοβιτς • εκδ. Κυψέλη • 2024 • σελ. 96
➪ Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram.





