Κάποιες συλλογές διηγημάτων λειτουργούν σαν βιτρίνα: καθαρές, κομψές, “σωστές”, άλλες σα ρωγμή. “Η τσουλήθρα και άλλες ιστορίες” της Κατερίνας Αγυιώτη (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τεχνοδρόμιον) αποτελεί ένα βιβλίο μικρής φόρμας που δεν επιδιώκει να σε πείσει ότι όλα βγάζουν νόημα, αλλά να σε φέρει στη στιγμή που συνειδητοποιείς ότι το νόημα είναι ρευστό, μετατοπίζεται και συχνά σε προδίδει με ευγένεια. Η γραφή της είναι μεστή κα δίνει έναν τόνο μαεστρικής οργάνωσης στις λέξεις της.
Η Αγυιώτη γράφει μικρές ιστορίες σαν συμπιεσμένα όνειρα: μπαίνεις μέσα τους απότομα, σαν να σε έσπρωξαν σε μια κλειστή τσουλήθρα και πριν προλάβεις να προσανατολιστείς έχεις ήδη βγει “κάπως τσαλακωμένος”, με εκείνο το ύφος θριάμβου που έχει το σώμα όταν επιβιώνει από κάτι που δεν εξηγείται. Αφετηρία η “Η τσουλήθρα”, που είναι το μανιφέστο της συλλογής: η σκηνή του παιδιού που χάνεται “στα σκοτάδια”, ο ενήλικος που βιώνει “δευτερόλεπτα αβεβαιότητας τύπου Σρέντιγκερ” και μετά το απίθανο: το παιδί επιστρέφει έχοντας μεγαλώσει περίπου είκοσι χρόνια, φορώντας “ρούχα που δεν αναγνώριζα” με μια ζωή συμπυκνωμένη σε μια διαδρομή μέχρι το σπίτι. Ο χρόνος δεν είναι γραμμικός, δημιουργεί μία συνθήκη ταυτόχρονα παιχνιδιού και παγίδας. Η μητρική αγωνία είναι φυσική δύναμη που τραβάει το μέλλον προς το παρόν.
Αυτό το παιχνίδι με τη φυσική και τη μεταφυσική επανέρχεται ως σταθερό μοτίβο: η συγγραφέας στήνει κόσμους όπου το παράλογο εμφανίζεται με τόση ψυχραιμία, ώστε αρχίζεις να αναρωτιέσαι αν το “παράλογο” είναι απλώς η κανονικότητα που δεν αντέχουμε να κοιτάξουμε κατάματα. Στο “Το βραβείο”, η αφηγήτρια στην Πλατεία Τραφάλγκαρ βραβεύεται με χρυσό μετάλλιο από μια επίσημη πομπή που δεν εξηγεί ποτέ το “γιατί”, παρά μόνο λέει: «Ξέρετε εσείς». Είναι από τις πιο πικρές – διφορούμενες φράσεις της συλλογής, γιατί πατά πάνω σε ένα κοινό μυστικό: ο καθένας ξέρει τι κουβαλά, τι αντέχει, τι υπομένει. Το μετάλλιο μετατρέπεται σε μία ειρωνική χειρονομία προς την αόρατη εργασία του να ζεις.
Η δημιουργός έχει εξαιρετικό ένστικτο στο να μετατρέπει καθημερινά συστήματα (λεωφορεία, δουλειές, ραντεβού, οικογενειακά σπίτια) σε ηθικά εργαστήρια. Στον “Οδηγό της γραμμής 564” η αρχική υπόσχεση μιας βόλτας στην εξοχή γίνεται αφορμή για μια ακαριαία μαρτυρία συλλογικής βίας: «Τον σκοτώσαμε». Το σοκ κρύβεται στον τόνο, στη ψυχρότητα, σαν να περιγράφεται ένα αναγκαίο task. Εκεί καταλαβαίνεις κάτι βασικό για τη συλλογή: δεν ενδιαφέρεται να σε παρηγορήσει με ανθρωπισμό. Ενδιαφέρεται να σου δείξει πόσο εύκολα ο άνθρωπος περνά από την ευγνωμοσύνη στη τιμωρία, όταν νιώσει ότι κάποιος διέκοψε το πρόγραμμα.
Ο χρόνος, ο πραγματικός πρωταγωνιστήςεμφανίζεται με δεκάδες προσωπεία. Στη “Συγχρονία”, οι αγαπημένοι ζουν σε πολλές διαφορετικές χρονικές ζώνες και η αφηγήτρια “ζει όλα τα συναισθήματα την ίδια στιγμή”. Το σώμα γίνεται χάρτης της Γης: πρωινά, σούρουπα, γάμοι στο άλλο ημισφαίριο, λύπες στην άλλη άκρη της Ευρώπης. Στις “Ηλικίες”, η ηλικία δηλώνεται ως μεταβλητή ημέρας: το πρωί πενήντα πέντε, στο τηλέφωνο με τη μάνα εννιά, οργανώνοντας υποχρεώσεις εκατόν τρία. Η κούραση εδώ δεν είναι απλώς burnout, είναι η εξάντληση από τις συνεχείς μεταμορφώσεις που απαιτεί η ζωή.
Το ίδιο οικείο-ανοίκειο δουλεύει και στα οικογενειακά κείμενα. “Τα ρολόγια της μάνας μου” είναι μια μικρή θεωρία του παρελθόντος ως εισβολέα: κάθε ρολόι μια “χοάνη” μιας κρίσιμης χρονολογίας, συγγενείς που σε κάποια ώρα δεν έχουν πεθάνει, εκκρεμότητες που εκκρεμούν παντοτινά. Στο “πατρικό” η γραφειοκρατική διαδρομή προς την κληρονομιά κορυφώνεται με τη μορφή πυρπόλησης: μια πράξη που μοιάζει ακραία, όμως μέσα στον κόσμο της Αγυιώτης είναι σχεδόν λογική, σαν να καίς το σπίτι για να σπάσεις τον κοίλο χρόνο που σε ξαναγυρίζει εκεί.
Αυτό που ενώνει τις ιστορίες δεν είναι η πλοκή, αλλά μια συγκεκριμένη ποιότητα βλέμματος: ακρίβεια σε μικρές κινήσεις (τάπερ και πιρούνι πριν τη χειραψία, η γλάστρα που κουβαλιέται παντού, τα πλαστικά φρούτα στη φρουτιέρα) κι ύστερα ένα άλμα που μετακινεί το κείμενο από τον ρεαλισμό σε κάτι σαν αστικό παραμύθι τρόμου. Στο «She’s Gonna Swim to Jamaica» μια οδηγός λεωφορείου αντιμετωπίζει μια κλιμακούμενη απειλή με αξιοπρέπεια μέχρι που βγάζει τη στολή και αποκαλύπτεται με μαγιό στα χρώματα της Τζαμάικας, περπατώντας στο πάρκο σαν να μπαίνει “σε ζεστή και ρηχή θάλασσα”. Είναι μια από τις πιο δυνατές εικόνες: η αποχώρηση ως αυτοδιάσωση, η φυγή ως τελευταία μορφή εξουσίας.
Η γραφή της είναι λιτή. Κρύβει χιούμορ σχεδόν φλεγματικό και μια βαθιά τρυφερότητα που υπαινίσσεται. Ακόμη και όταν το κείμενο γίνεται σκληρό («Με πάτησε νταλίκα»), αυτό που σε χτυπά είναι η κοινωνική συνθήκη: η αδυναμία των άλλων να “καταλάβουν” την καταστροφή σου, επειδή δεν έχουν “τους κατάλληλους υποδοχείς”. Η πραγματική βία είναι η κανονικότητα που σε περιμένει στις εννιά.
Τελικά, “Η τσουλήθρα και άλλες ιστορίες” είναι βιβλίο για το πως το σώμα και ο χρόνος συνωμοτούν: για την αγάπη ως γλάστρα που κουβαλιέται, για τη μνήμη ως ρολόι που δεν συμφωνεί με κανένα άλλο, για τις σχέσεις ως “τρίτο χέρι”, ικανό για θαύματα και εγκλήματα. Η συλλογή αφήνει ανοιχτά παράθυρα για περαιτέρω συνειρμούς κι αυτό είναι το πιο σημαντικό της επίτευγμα: σε κάνει να νιώσεις ότι κάποιες από αυτές τις ιστορίες δεν είναι φαντασία, αλλά η ακριβής μεταφορά αυτού που ζούμε όταν προσποιούμαστε ότι όλα είναι απλώς μια συνηθισμένη μέρα.
➪ Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram





