Δεν είναι η AI που πρέπει να μας τρομάζει. Είναι το χρέος που τη στηρίζει αυτή τη στιγμή. Δεν είναι η υπόσχεση (ή ο φόβος) της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά η λογιστική της φούσκας. Γιατί αυτό που χτίζεται αυτή τη στιγμή δεν είναι μόνο ένα καινούργιο τεχνολογικό οικοσύστημα, αλλά περισσότερο μια οικονομική πυραμίδα σκλαβωμένη από ομόλογα, επενδύσεις και προσδοκίες που θυμίζουν ένα déjà vu, κάπου μεταξύ του 2008, πριν την κρίση, και ενός κακού sequel μιας ταινίας ΕΦ, που κανένας δεν ζήτησε.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις μεγάλων τραπεζών, το AI χρέος έχει ήδη φτάσει να αποτελεί ένα ανησυχητικό ποσοστό της αγοράς εταιρικών ομολόγων. Μιλάμε για τρισεκατομμύρια στον αέρα. Όχι, δεν μιλάμε για υποσχέσεις, αλλά για δανεικά. Και ακόμη πιο ειρωνικό είναι το γεγονός πως το μεγαλύτερο μέρος αυτών των χρημάτων δεν πηγαίνει σε “έξυπνα” προϊόντα που αλλάζουν τη ζωή μας προς το καλύτερο, αλλά σε υποδομές και data centers που καταναλώνουν ενέργεια και κεφάλαιο σαν να μην υπάρχει αύριο.

Ίσως γιατί, βαθιά μέσα τους, ξέρουν ότι μπορεί και να μην υπάρχει.

Αν αυτό μπορεί να μας θυμίζει κάτι είναι η τρέλα των δανείων πριν κάποια χρόνια, εκείνα τα δάνεια που εγκρίνονταν σε ανθρώπους ή οργανισμούς με χαμηλή πιστοληπτική ικανότητα. Δηλαδή, σε δανειολήπτες που είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα να μην μπορέσουν να τα αποπληρώσουν. Δηλαδή, όχι τους “σίγουρους” πελάτες των τραπεζών, αλλά τους νέους και πιο ριψοκίνδυνους. Τότε, ένα σχετικά μικρό κομμάτι της αγοράς, τα περιβόητα στεγαστικά δάνεια χαμηλής εξασφάλισης, ήταν αρκετό για να τινάξει όλο το σύστημα στον αέρα. Έτσι και σήμερα, το AI χρέος φαίνεται να έχει ήδη παρόμοιο, αν όχι μεγαλύτερο, αποτύπωμα. Ποια είναι η σημερινή διαφορά; Απλά, τώρα το σύστημα μοιάζει να είναι πιο εκτεθειμένο.

Τα data centres της τεχνητής νοημοσύνης δεν είναι κερδοφόρα εργοστάσια γνώσης. Είναι βαριές, ακριβές μηχανές που καίνε κεφάλαιο με τον ίδιο ρυθμό που καίνε ενέργεια. Σύμφωνα με αναλύσεις της αγοράς, το οικονομικό τους μοντέλο μοιάζει σχεδόν παράλογο. Μιλάμε για εγκαταστάσεις που μπορεί να γράφουν δεκάδες δισεκατομμύρια σε αποσβέσεις κάθε χρόνο, ενώ τα έσοδα τους κινούνται αισθητά χαμηλότερα. Με απλά λόγια: χάνουν χρήματα. Όχι θεωρητικά, σε πραγματικά λογιστικά νούμερα.

Και εδώ αρχίζει το πιο ενδιαφέρον κομμάτι.

Οι καρδιές αυτών των συστημάτων, τα τσιπάκια, είναι σχεδόν εφήμερα. Δεν αντέχουν την σκληρή δουλειά. Φθείρονται. Καταρρέουν με ρυθμούς που θυμίζουν περισσότερο μπαταρίες φτηνών κινητών παρά υποδομές δισεκατομμυρίων. Με ποσοστά αστοχίας που αγγίζουν το 9% τον χρόνο, μέσα σε τρία χρόνια ένα data centre μπορεί να χάσει πάνω από το ένα τέταρτο της υπολογιστικής του ισχύος αν δεν αντικαθιστά συνεχώς τον εξοπλισμό του.

Η τεχνολογία, εν τω μεταξύ, τρέχει πιο γρήγορα από την ίδια την επένδυση. Ναι είναι γνωστό αυτό. Άρα, σε λίγα χρόνια, τα τσιπάκια που σήμερα θεωρούνται πρωτοποριακά θα είναι παρωχημένα, θα τρώνε μόνο ενέργεια, αλλά θα είναι σχεδόν άχρηστα. Οπότε δεν θα θέλουν απλώς για συντήρηση. Θα απαιτούν πλήρη αντικατάσταση. Άρα, ποια είναι η πραγματική διάρκεια ζωής ενός AI data centre; Τρία χρόνια, λένε οι ειδικοί. Μετά, είτε το ξαναχτίζεις από την αρχή είτε το θάβεις.

Και εδώ κάπου η αφήγηση χαλάει. Σπάει, με ένα ύπουλο τρίξιμο που ακούς πριν καταλάβεις ότι το πάτωμα δεν σε κρατάει πια.

Το πρόβλημα με τις AI εταιρείες

Θα περίμενε κανείς ότι κάπου εδώ μπαίνουν οι καλοί “παίκτες”, (οι εταιρείες που χρησιμοποιούν όλα αυτά τα data centres) και σώζουν το παιχνίδι. Αλλά δεν υπάρχει ούτε ένα business model που, έστω και αργά, μπορεί να κλείσει τον κύκλο. Δεν υπάρχει.

Οι AI εταιρείες είναι περισσότερο εκτεθειμένες από την φανταστική υποδομή που τις υποστηρίζει. Και σήμερα δεν μιλάμε για προσωρινές ζημιές, ούτε για μια ρομαντική σκέψη σαν να λέμε «θα βγάλουμε λεφτά αργότερα» που πίστευε η Silicon Valley πριν χρόνια. Μιλάμε για τεράστιες απώλειες που μοιάζουν δομικές, και οι οποίες είναι ενσωματωμένες στο ίδιο το προϊόν. Ακόμη και οι “καλύτεροι παίκτες” γράφουν κόκκινα. Η Anthropic καταγράφει δισεκατομμύρια σε λειτουργικές ζημιές, και αυτό πριν καν υπολογιστεί το πραγματικό κόστος των υποδομών που έχει αρχίσει να χτίζει μόνη της. Και μετά υπάρχει η πανέμορφη OpenAI. Ένα όνομα που έγινε μύθος μέσα σε λίγα χρόνια. Αλλά, πραγματικά, πίσω από το οποιοδήποτε hype, τα νούμερα δεν έχουν καμία διάθεση για ρομαντζάδες. Τα κόστη ανεβαίνουν καθημερινά με ρυθμό που θυμίζει εθισμό και καθόλου ανάπτυξη, ενώ τα έσοδα ακολουθούν, σαν σκιά, όμως, πάντα λίγο πιο πίσω.

Και έτσι το χάσμα δεν γίνεται απλώς μεγάλο. Γίνεται υπαρξιακό, σαν κι αυτό της διεθνούς αγορά. Κι όμως, αντί να φρενάρουν, επιταχύνουν.

Συνεχίζουν να δανείζονται. Δεκάδες δισεκατομμύρια. Χτίζουν τα δικά τους data centres, σαν να προσπαθούν να ελέγξουν το οξυγόνο που αναπνέουν. Το επιχείρημα αποκτά κάτι μεταφυσικό: όταν η AI αντικαταστήσει μαζικά την εργασία γραφείου, τότε τα έσοδα θα εκτοξευθούν. Τότε όλα αυτά θα βγάλουν νόημα. Το ίδιο έργο παιγμένο σε άλλη θεατρική σκηνή: μια τεχνολογία δεν χρειάζεται να είναι βιώσιμη σήμερα, γιατί αύριο θα είναι αναπόφευκτη.

Μόνο που εδώ υπάρχει και μια μεγάλη τρύπα η οποία δεν κλείνει εύκολα.

Για να δικαιολογηθεί αυτό το στοίχημα, η AI δεν αρκεί να είναι χρήσιμη. Πρέπει να γίνει κυρίαρχη. Να αντικαταστήσει ανθρώπους, υπηρεσίες, ολόκληρες δομές. Άρα, όχι απλώς να βοηθήσει, αλλά να καταλάβει (ακόμη περισσότερο) χώρο. Και τότε η ερώτηση γίνεται άβολη: αν αυτό το μέλλον δεν έρθει με την ταχύτητα που υπολογίζουν οι μεγάλοι – ή αν δεν έρθει ποτέ – τότε τι θα μείνει πίσω; Φυσικά, όχι κάποια αποτυχημένη startup. Αλλά ένα οικοσύστημα φτιαγμένο με δανεικά, το οποίο περίμενε να σωθεί από ένα πιθανό σενάριο επιστημονικής φαντασίας.

Και, όπως κάθε κακή ταινία που παίρνει τον εαυτό της πολύ σοβαρά, το τέλος δεν είναι καθόλου εντυπωσιακό. Μόνο πανάκριβο!

 

 

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram