Σίγουρα υπάρχει κάτι ειρωνικό στο να ζεις σε μια εποχή όπου η τεχνολογία υπόσχεται να επιταχύνει τα πάντα και τελικά τίποτα να μην φαίνεται πως κινείται πιο γρήγορα. Διαβάζεις τίτλους, scrollάρεις αριθμούς, βλέπεις δισεκατομμύρια να πέφτουν πάνω στην τεχνητή νοημοσύνη σαν να είναι η νέα χρυσή φλέβα της ανθρωπότητας. 410 δισεκατομμύρια, λέει, μέσα σε έναν χρόνο. Και όμως, κάπου εκεί, σχεδόν ψιθυριστά, έρχεται η Goldman Sachs και λέει: μηδέν. Καμία επίδραση στην ανάπτυξη. Μηδέν.
Όλο αυτό το αφήγημα, η υπόσχεση της επιτάχυνσης, της παραγωγικότητας, της εξοικονόμησης, μοιάζει λιγότερο με επανάσταση και περισσότερο με παράσταση. Ένα καλοστημένο θέατρο όπου όλοι παίζουν τον ρόλο τους: οι εταιρείες επενδύουν, οι αναλυτές προβλέπουν, οι εργαζόμενοι ανησυχούν, και οι αριθμοί… απλώς στέκονται εκεί, αδιάφοροι. Το πρόβλημα δεν είναι ότι η AI δεν λειτουργεί. Το πρόβλημα είναι ότι λειτουργεί κάπου αλλού.
Τα χρήματα φεύγουν από την Αμερική για να αγοράσουν chips από την Ταϊβάν. Η παραγωγικότητα αυξάνεται μέσα σε εταιρικούς τοίχους που δεν επικοινωνούν με τον έξω κόσμο. Είναι σαν να έχεις ένα δωμάτιο που γίνεται όλο και πιο αποδοτικό, ενώ το υπόλοιπο σπίτι καταρρέει. Κάπου εκεί αρχίζεις να καταλαβαίνεις ότι αυτό που μας πουλήθηκε ως «μέλλον» ίσως είναι απλώς μια μετατόπιση. Όχι μια αλλαγή στο σύστημα, αλλά μια επιτάχυνση των ίδιων ανισοτήτων που ήδη υπήρχαν.
Όχι, η AI δεν δημιουργεί (ακόμη) απαραίτητα αξία. Απλά, αναδιανέμει την υπάρχουσα. Και αυτό είναι πολύ πιο άβολο να το παραδεχτείς. Γιατί τότε πρέπει να παραδεχτείς και κάτι άλλο: ότι η μαζική επένδυση δεν είναι πάντα ένδειξη προόδου. Μπορεί να είναι ένδειξη φόβου. Ναι, του φόβου να μείνεις πίσω. Του φόβου ότι αν δεν μπεις κι εσύ στο παιχνίδι, θα εξαφανιστείς. Και κάπως έτσι δημιουργούνται οι φούσκες. Όχι από βεβαιότητα, αλλά από συλλογικό άγχος.
Κι όμως, μέσα σε όλο αυτό, η πραγματικότητα παραμένει πεισματικά γήινη. Γιατί οι αλυσίδες εφοδιασμού δεν λύνονται με prompts. Οι οικονομίες των κρατών δεν μετασχηματίζονται επειδή κάποιος έγραψε καλύτερο code. Και οι άνθρωποι (παρά τις προβλέψεις) δεν έχουν εξαφανιστεί (ακόμη) από την εξίσωση. Απλώς έχουν γίνει πιο αόρατοι.
Παρά το επενδυτικό boom, οικονομολόγοι και αναλυτές μιλούν για «παράδοξο παραγωγικότητας», με μηδενική έως αμφίβολη επίδραση της AI στην ανάπτυξη. Νέες αναλύσεις ενισχύουν την σκέψη γύρω από την πραγματική οικονομική επίδραση της τεχνητής νοημοσύνης, παρά τα εκατοντάδες δισεκατομμύρια που επενδύονται στον κλάδο.
Ο Dario Perkins, επικεφαλής μακροοικονομίας στην TS Lombard, σημειώνει ότι η ισχυρή παραγωγικότητα στις ΗΠΑ και η ταυτόχρονα ασθενής αγορά εργασίας δεν συνδέονται με την αυτοματοποίηση, αλλά με κυκλικούς οικονομικούς παράγοντες. «Η ανάλυσή μας δείχνει ότι δεν ευθύνεται η AI», καταλήγει.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο πρώην ρυθμιστής της Fed της Νέας Υόρκης Brian Peters αναγνωρίζει μεν τις «εξαιρετικές δυνατότητες» της τεχνητής νοημοσύνης και το «άνευ προηγουμένου επενδυτικό κύμα», αλλά τονίζει ότι η άμεση οικονομική απόδοση παραμένει «στην καλύτερη περίπτωση αμφίβολη». Παράλληλα, οικονομολόγοι του National Bureau of Economic Research εντοπίζουν ένα «παράδοξο παραγωγικότητας»: τα αντιλαμβανόμενα οφέλη της AI είναι μεγαλύτερα από τα μετρήσιμα, πιθανώς λόγω καθυστερήσεων στη μετατροπή τους σε πραγματικά έσοδα.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: ένα επενδυτικό κύμα εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δεν έχει μέχρι στιγμής μεταφραστεί σε ουσιαστική οικονομική ανάπτυξη για τις ΗΠΑ.
Με τις προβλέψεις να κάνουν λόγο για επιπλέον επενδύσεις ύψους 660 δισ. δολαρίων το 2026, το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι αν πρόκειται όντως για την επόμενη μεγάλη τεχνολογική επανάσταση ή για τη διόγκωση μιας νέας «φούσκας» γύρω από την AI.
➪ Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram





